Χαρά Κοσεγιάν

Φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης.
Subscribe

1

September 21, 2007 By: admin Category: Φιλολογικά Θέματα

Ομιλία στο συνέδριο της Στέγης Γραμμάτων Και Τεχνών Δωδεκανήσου σε συνεργασία με την Ελληνική Γλωσσική Κληρονομιά με θέμα: «Η παιδαγωγική αξία της Ελληνικής Γλώσσας»

Ρόδος, 13-5-2006

Χαρά Κοσεγιάν, δ.φ. Πανεπιστημίου Αθηνών

«Ιχνηλατώντας την Ελληνική γλώσσα μέσα από τη διαχρονία»

Κυρίες και κύριοι, Η συζήτηση για την ελληνική γλώσσα παραμένει πάντοτε επίκαιρη κι οπωσδήποτε ενδιαφέρουσα κι αυτό ισχύει όχι μόνο γιατί συμβαίνουν συχνά παλινωδίες και πισωγυρίσματα στις απόψεις των φιλολόγων, των γλωσσολόγων ή ακόμα και των οποιονδήποτε ενδιαφερομένων για τη γλώσσα που εκφράζουν θεμιτά και δικαίως μεν, τις απόψεις τους, κάνοντας λόγο όμως εντελώς ατεκμηρίωτα για δύο διαφορετικές γλώσσες, τα Αρχαία και τα Νέα Ελληνικά, αλλά γιατί, ακόμα κι αν παραδεχτούμε, ότι στο επίπεδο της κατάκτησης της γλώσσας από τους Νεοέλληνες –κατανόηση, χρήση, λεξιλογικό πλούτο, ορθογραφία- τα πράγματα είναι υπέροχα –που δεν είναι- φροντίζουμε για να έχουμε.

Ελληνικό Αλφάβητο

Δεν θα μιλήσω για λεξιπενία, ούτε για γλωσσική παρακμή. Δεν είμαστε «γλωσσαμύντορες», ούτε κινδυνολόγοι συλλήβδην για τη γλώσσα που γράφεται διδάσκεται και ομιλείται . Μακριά από μένα οι δαιμονοποιήσεις και οι αφορισμοί. Δεν θα μιλήσω φυσικά για απόρριψη της Νέας Ελληνικής, ούτε για κατάργηση της δημοτικής. Φέτος γιορτάζουμε τα 30 χρόνια από την καθιέρωση της Νεοελληνικής, της απλούστερης γλώσσας του προφορικού λόγου των Ελλήνων, ως επίσημης γλώσσας του κράτους μας κι είναι μια επέτειος που πρέπει να προσέχουμε ιδιαίτερα και να τιμούμε, διότι με αυτήν ήρθε να μπει τέλος στο ολέθριο γλωσσικό ζήτημα, τη γλωσσική σύγχυση, που ταλάνισε τη χώρα από την ίδρυση του ανεξάρτητου κράτους το 1830 και για ενάμιση αιώνα περίπου.Τη γλώσσα όμως πρέπει να μπορούμε να τη δούμε από δύο βασικές οπτικές γωνίες, στη συγχρονική της διάσταση, απλωμένη οριζόντια στο χρόνο και στις τοπικές ιδιολέκτους και στη διαχρονική της διάσταση, κάθετα στο χρόνο, εκτεθειμένη στην εξέλιξή της. Η διαχρονική προσέγγιση της Ελληνικής γλώσσας αποκαλύπτει δύο καίριες διαστάσεις της: α) την οικουμενικότητα της Ελληνικής. β) τον ενιαίο χαρακτήρα της. Η οικουμενικότητα της Ελληνικής – επισημαίνει ο Γ. Μπαμπινιώτης – οφείλεται στο υψηλό γόητρο που απέκτησε διεθνώς μέσα από τα κείμενα της επιστήμης, της λογοτεχνίας και του εν γένει στοχασμού της αρχαιότητας. Οφείλεται επίσης στη λειτουργία της, επί Μ. Αλεξάνδρου, ως διεθνούς γλώσσας του πολιτισμού και του εμπορίου, στο κύρος της ως γλώσσας της βυζαντινής αυτοκρατορίας στον Μεσαίωνα, στην αίγλη της ως γλώσσας του πνεύματος στην Αναγέννηση, στην καθιέρωσή της ως γλώσσας της διεθνούς επιστημονικής ορολογίας και στην ισχύ που απέκτησε ως επίσημη γλώσσα της νέας θρησκείας, του χριστιανισμού. Με τον όρο ενιαίο χαρακτήρα Ελληνικής γλώσσας εννοούμε ότι ο ίδιος λαός, οι Έλληνες, στον ίδιο γεωγραφικό χώρο, την Ελλάδα, μιλάει χωρίς διακοπή 40 αιώνες τώρα και επίσης γράφει -με την ίδια γραφή (από τον 8ο π.Χ. αι.) και την ίδια ορθογραφία (από το 400 π.Χ.)- την ίδια γλώσσα, την Ελληνική. Αυτό βεβαίως είναι γνωστό.
Τα προβλήματα ξεκινούν με την υιοθέτηση της οποιασδήποτε μονομέρειας. Αν περιοριστούμε –για παράδειγμα- στη συγχρονική διάσταση τότε θα μιλήσουμε όχι μόνο για δύο ξεχωριστές γλώσσες, τα Αρχαία και τα Νέα, αλλά για πολύ περισσότερες. Την ελληνιστική, τη Βυζαντινή, τη μεσαιωνική και ίσως και άλλες. Ωστόσο, πρέπει να προσέξουμε ότι στα Ελληνικά δεν δημιουργήθηκε κάποιο ρήγμα, όπως συνέβη , για παράδειγμα, στις Λατινικές και τις Ρωμανικές γλώσσες.

Τα Αρχαία Ελληνικά δεν αποτελούν ξένη γλώσσα για το σημερινό Έλληνα, όπως συμβαίνει με τα Αγγλοσαξωνικά για το σύγχρονο Άγγλο, επισημαίνει ο Browning. Ξεκινούμε έτσι από λογικές αυτονομίας και φτάνουμε πολύ μακρύτερα, να μιλούμε για «διγλωσσία», αποκηρύσσοντας τη σχέση ΑΕ και ΝΕ ως μη υπάρχουσα, κάνοντας ακόμα λόγο και για «διαχρονικό δανεισμό» της νέας από την αρχαία εμμένοντας και υπογραμμίζοντας τις διαφορές ανάμεσα στις δύο γλωσσικές μορφές και όχι τα κοινά τους στοιχεία. Κι έτσι φτάνουμε στην αντίπερα όχθη, σε ένα σύγχρονο αποκλεισμό. Η πόλωση αυτή δημιουργεί την εντύπωση ότι έχουμε να κάνουμε με δύο διαφορετικές γλώσσες, για «διγλωσσία», ενώ στην ουσία μιλούμε για «διμορφία» ή «δι-υφία», για μια δομικά ενιαία δηλαδή γλώσσα, η οποία επιφανειακά διαφοροποιείται. «Δυο διαφορετικές γλώσσες δεν θα μπορούσαν ποτέ να συναντηθούν και να δημιουργήσουν δομικώς ενιαία μορφή, όπως είναι η σύγχρονη καθομιλουμένη», υποστηρίζει ο κ. Μπαμπινιώτης. «Η διαφοροποίηση, δε, που μπορεί να σημαίνει και εξέλιξη και αλλαγή, είναι πολύ φυσική και ορθή, διότι η γλώσσα από τη φύση της είναι ένας βαθύτατα εξελικτικός θεσμός. Αυτό εξηγεί το γιατί όταν κοιτάξεις από απόσταση δύο διαφορετικές μορφές της γλώσσας που απέχουν και χρονικά μεταξύ τους σου φαίνονται ολότελα ξένες η μία προς την άλλη. [[[ Ένας φίλος το έδωσε ιδιαίτερα παραστατικά. Βλέπουμε δυο φωτογραφίες ενός μικρού κοριτσιού και μιας μεγάλης γυναίκας. Φαίνονται δυο τελείως διαφορετικά άτομα. Είναι όμως φωτογραφίες της ίδιας γυναίκας. Φωτογραφίσαμε όμως τη στιγμή και κάναμε το λάθος να μην αναζητήσουμε τη σχέση. Έτσι και με τη γλώσσα.]]]] Βλέποντας τις δυο μορφές της, ξεχνούμε, ή για κάποιους δυσνόητους λόγους δεν θέλουμε να θυμόμαστε, πως είναι δυο στιγμές στην ίδια γραμμή, πως πρόκειται για την ίδια ευθεία. Από κεί και πέρα, είναι πολλά τα κοινά στοιχεία, σε όλα τα επίπεδα της γλώσσας, ώστε να μην μπορούμε να μιλήσουμε για διγλωσσία. Στο φωνολογικό αρχικά επίπεδο, παρότι έχουμε την επικράτηση των τύπων φτωχός αντί πτωχός, χτίζω αντί κτίζω, ή χτες αντί χθες, έχουμε ένα μεγάλο σώμα λέξεων όπως οι : πτώμα, αίσθήμα, αφθονία, οπτικός, εκτιμώ, ασθενής, αυτοκτονία, που δείχνουν επηρεασμό από τη λόγια παράδοση.
Στη συνέχεια, αν και στο μορφολογικό επίπεδο, η κλίση του ονόματος και του ρήματος έχουν απλοποιηθεί σημαντικά στην ΚΝΕ, στο συντακτικό επίπεδο η δομή της ΝΕ είναι μάλλον προϊόν συνθέσεως με έντονη τη λόγια παρουσία. Εκεί όμως που η συνάντηση των δύο γλωσσικών μορφών, της σύγχρονης και της παλαιότερης, είναι γεγονός, είναι το λεξιλόγιο. Η σύγχρονη γλώσσα προκειμένου να ανταποκριθεί με οικονομία και πληρότητα στις επικοινωνιακές της ανάγκες, εκτός από τις νεόπλαστες λέξεις ή τα ξένα δάνεια, επέλεξε, συνέθεσε και αξιοποίησε στοιχεία, που ξεκινούν από την αρχαία μορφή, μέσα από τα κληρονομημένα στοιχεία , τα οποία δεν είναι ένας μικρός αριθμός τύπων, αλλά ενας τεράστιος όγκος, και αποτελούν αυτό ακριβώς που ονομάζουμε «συνέχεια» της Ελληνικής γλώσσας. Και δεν πρόκειται βεβαίως για υποτίμηση της ΝΕ έναντι της ΑΕ- όσο κι αν αυτό είναι το μόνιμο επιχείρημα και η απόλυτη βεβαιότητα κάποιων που προσπαθούν να ερμηνεύσουν γιατί κάποιοι άλλοι –εμείς εν προκειμένω- δεν αρνούμαστε την αποδοχή και αναγνώριση πρωιμότερων μορφών της γλώσσας μας μέσα στη σύγχρονη πραγματικότητα . Έτσι ώστε τα παιδιά μας να χαίρονται τον Παπαδιαμάντη στη γλώσσα που γράφτηκε, γιατί σε αυτή τη γλώσσα το τραγούδησε ο συγγραφέας κι έχουμε εκείνη τη μουσικότητα στα αυτιά μας «του χορευτού και νανουρισμένου ύπνου» κάθε φορά που βυθιζόμαστε στις εικόνες του κι όχι να χρειάζεται να κυκλοφορήσει στη σύγχρονη απόδοση για να τον διαβάσουν. Αυτή είναι η άλλη ακρότητα. Φοβάμαι –μάλιστα- ότι έτσι μπορεί να τον διαβάσουν, αλλά δεν θα μπορέσουν να τον χαρούν…
Ωστόσο, αυτή τείνει να γίνει η «σύγχρονη πρόταση». Υποστηρίζεται μάλιστα, ότι όσοι κινδυνολογούν για την απόδοση στη νε αυτών των κειμένων θα έπρεπε να ανησυχούν και για τις διασκευές λογοτεχνικών κειμένων για τον κινηματογράφο, την τηλεόραση και το θέατρο, ή ακόμα και για τις μελωποιήσεις ποιημάτων , παραγνωρίζοντας ότι μια τέτοια μεταφορά αφορά άλλο επίπεδο χρήσης της γλώσσας και άρα θα μπορούσε να συμβεί ακόμα και συγχρονικά. Ένα λογοτεχνικό έργο για παράδειγμα, προκειμένου να μεταφερθεί στην τηλεόραση, θα υποστεί διασκευή, έτσι που να ανταποκρίνεται στις ανάγκες του μέσου στο οποίο μεταφέρεται. Είναι λυπηρό λοιπόν να χρησιμοποιούνται τέτοιας τάξης σοφίσματα για να καλύψουν αφενός το κενό της αδυναμίας των νέων να προσεγγίσουν παλαιότερες μορφές του λόγου τους και αφετέρου την αδυναμία του εκπαιδευτικού συστήματος να τη διδάξει, διότι δυστυχώς η ανάλογη προσέγγιση και ο κατάλληλος τρόπος για μια τέτοια διδασκαλία βρίσκεται συχνά μακριά από την ιδεολογία και τη γνώση των εχόντων την ευθύνη του σχεδιασμού των Αναλυτικών Προγραμμάτων. Δεν πρόκειται λοιπόν για υποτίμηση, ούτε για «την αυθαίρετη υπόθεση ότι η ΝΕ χρειάζεται την ΑΕ για να καλύπτει τα κενά της» , αλλά για τη διαπιστωμένη πραγματικότητα σύνθεσης και συγκερασμού των δύο γλωσσικών μορφών, μέσα από τις δυνατότητες επιλογής που προσφέρει η α΄ στη β΄. Αυτές δε οι επιλογές πρέπει να γίνει συνείδηση ότι είναι στη διακριτική ευχέρεια του κάθε χρήστη της γλώσσας. Κανονιστικού τύπου ρυθμίσεις, προσδιορισμός ορίων, κανονικοτήτων, πραγμάτων που επιτρέπονται ή που απαγορεύονται στην καθημερινή γλώσσα υπό αυτήν την έννοια δεν νοούνται. [Μπαμπινιώτης 1979, σ. 67-70]. Η συνεχής χρήση επιβάλλει και διαμορφώνει τη γλωσσική πραγματικότητα και εμείς μπορούμε μόνο να την παρατηρούμε και να την καταγράφουμε. Ακόμα περισσότερο να την κατανοούμε, να την ερμηνεύουμε σε βάθος, μέσα από την ιστορική της διαδρομή και τις σημασίες της και να την εμπλουτίζουμε. Διότι η αλλαγή, όχι μόνο δεν αναιρεί, αλλά επιβεβαιώνει την ενότητα της γλώσσας μας. Αυτό όμως για να το καταλάβουμε, γιατί μόνο με παραδείγματα πρέπει να μιλούμε, αλλά και για να το χαρούμε –κυρίως μάλιστα για αυτό- θα περιδιαβούμε μια λέξη –αρχίζοντας από την αρχική της βαθμίδα, την πρώτη ρίζα της λέξης και παρακολουθώντας μέσα από το δικό της χτίσιμο, το χτίσιμό της ίδιας της γλώσσας, του συστήματος της, μέσα δηλαδή από τα παράγωγα και τα σύνθετά της, θα νοιώσούμε την οικονομία της.

Έτσι από το ΒΑΙΝΩ < βαν-jω[παρατ: έβαινον, μελ.: βήσομαι, αόρ. : έβην, παρακ.: βέβηκα] : Βαδίζω, προχωρώ, εξελίσσομαι Θέματα: βα- , βε-, βη- βω- και βιβα-

Έχουμε τα παραγωγα:

Από το θέμα βα:

  • Βάδην [το]
  • Βαδίζω: >βάδισμα > βαδιστής
  • Βαθμίδα[η]: σκαλί, με έννοια που να αφορά στη Μουσ. Και τη Γεωλ.: > βαθμηδόν > βαθμιαία >βαθμιδωτός:
  • Βαθμός >
  • Βάθρο: βάση: < Βασίζω >βάσιμος και βεβαίως με διαφοροποιήσεις της σημασίας καθώς αναφερόμαστε σε διαφορετικά γλωσσικά περιβάλλοντα. Έτσι, βάση είναι το βάθρο, το σημείο στήριξης, ο κατώτερος απαιτούμενος βαθμός για την εισαγωγή λχ. Στην τριτοβάθμια εκπαίδευση, Γεωμ: η έδρα ενός γεωμετρικού σχήματος, Χημ. : η βάση μιας χημικής αλκαλικής ένωσης.
  • βατήρας [ο]:
  • βατός: > βατότητα

Από τον παρκ. «βέβηκα» :

  • βέβαιος: >βεβαιότητα: > βεβαιώνω: βεβαίωση , βεβαιωτικός, αλλά και :
  • βέβηλος, βεβηλώνω, >βεβήλωση

απο το θέμα Βη- : βήμα[το]

  • βηματίζω: >βηματισμός
  • Αλλά από το βαίνω προέρχεται και το βιβάζω [το οποίο κατά τους Ηofman και Lidell- Scott είναι σε αττική διάλεκτο το Βαίνω. Τύπος με αναδιπλασιασμό: βι-βάζω. Κατά τον Curtius πρόκειται για «διαφορετικό τύπο» του βαίνω. Κατά τον Σταματάκο, το μεταβατικό ρήμα του βαίνω: κάνω κάποιον να προχωρήσει, σηκώνω, κάνω μεγάλα βήματα] κι απο κει και πέρα:
  • βωμός

Με Σύνθεση έχουμε τις λέξεις:

ι. Με χρήση του στερητικού -α:

  • αβαθμολόγητος < α + βαθμός + λόγος
  • Άβατος< α+βαίνω
  • άβγαλτος < α + βγαίνω < βαίνω
  • αβέβαιος > αβεβαιότητα, αβεβαίωτος
  • α-διάβατος
  • αμετάβατος : με την πρόθεση ανα:
  • αναβαθμίζω αναβάθμιση
  • Ανεβάζω <ανά +βιβάζω το οποίο χωρίς τον αναδιπλασιασμό απαντάται ως βάζω, >ανέβασμα,
  • Ενώ με το ανά+ βαίνω: Ανεβαίνω >ανάβαση , αναβάτης >αναβατήρας
  • ανεβοκατεβάζω
  • απαράβατος< Α + παρά + βαίνω
  • με το από:
  • Αποβαίνω > απόβαση. > αποβατικός>αποβάθρα
  • Αποβιβάζω >αποβίβαση
  • Ασύμβατος <α+ συν +βατός
  • Ασυμβίβαστος
  • αντισυμβατικότητα
  • αλλά και τις λέξεις: Βαθμοθέτης : βαθμός + θέτω
  • Βαθμοθήρας <βαθμός + θήρα= κυνήγι > βαθμοθηρία > βαθμοθηρικός
  • βαθμολογία: <βαθμός + λέγω >βαθμολόγηση, βαθμολογικός >βαθμολόγιο:> βαθμολογητής
  • βαθμονόμηση
  • βαθμούχος: <βαθμός + έχω > βαθμοφόρος: >δευτεροβάθμια, τριτοβάθμια
  • βγάζω <εκ+ βιβάζω > βγάλσιμο:
  • βγαίνω <εκ+ βαίνω:
  • Βημόθυρον < Θρησκ: η ωραία πύλη
  • βηματοδότης
  • βωμολοχώ <βωμός + λοχεύω: παραφυλάω στο βωμό [για να πάρω ό,τι περίσσεψε από τη θυσία >ανίερη πράξη, υβριστική >βωμολοχώ: υβρίζω]
  • βωμολόχος: >βωμολοχία: αισχρολογία, χυδαιολογία
  • Με το δια: διαβάζω <δια+ [βιβάζω>] βάζω:> διάβασμα
  • Διαβαθμίζω >διαβάθμιση,
  • διαβαίνω: >διάβαση: >διάβα [το] > διαβατός > διαβατάρης >διαβατάρικος, >διαβάτης > Νομ: διαβατήριο:
  • διάβημα >διαβήτης με χρήση στη Γεωμ: ,αλλά και στην Ιατρ: > διαβητικός
  • διαβεβαιώνω >διαβεβαίωση, διαβεβαιωτικός
  • διαβιβάζω: μεταβιβάζω, στέλνω >διαβιβαστικό >διαβίβαση
  • έκβαση < εκ + βαίνω : κατάληξη
  • εμβάζω< εν + βιβάζω: > έμβασμα[το]:
  • εμβάς [η] ους. < εμβάς –άδος< εν + βαίνω : η παντόφλα
  • εμβατήριο < εν + βάινω:
  • επεμβαίνω > επέμβαση
  • επιβεβαιώνω > επιβεβαίωση > επιβεβαιωτικός
  • Επιβαίνω >επιβάτης >επιβήτορας: το αρσενικό άλογο
  • Επιβιβάζω
  • Κτηνοβατώ> κτηνοβασία > κτηνοβάτης
  • μεταβαίνω> μετάβαση > μεταβατικός .
  • μεταβιβάζω: >μεταβίβαση > μεταβιβαστικός # αμεταβίβαστος
  • κατεβάζω: >κατέβασμα
  • κατεβαίνω >κατεβατό >κατάβαση:
  • μπαίνω >μπαινοβγαίνω >μπασιά >μπάτης : <εμβάτης: Μετεωρ.: θαλάσσια ή υπόγεια αύρα
  • ξε+ βγάζω
  • ορειβασία > ορειβάτης
  • παραβαίνω: > παράβαση: >παραβάτης-
  • παρεκβαίνω > παρέκβαση > παρεκβατικός
  • παρεμβαίνω< παρά +εν +βαίνω > παρέμβαση > παρεμβατικός> παρεμβατισμός
  • προβαίνω: >και από τη μετχ. Του παρακειμ: προβεβηκώς : ο γερασμένος
  • προβιβάζω: > προβιβασμός
  • πρόσβαση < προς+ βαίνω >προσβασιμότητα
  • πρωτοβγαίνω > πρωτόβγαλτος
  • συγκαταβαίνω:> συγκατάβαση >συγκαταβατικός, συγκαταβατικότητα
  • συμβαίνω < εύχρηστο ως απρόσωπο ρήμα: συμβαίνει >συμβάν [το] το γεγονός > σύμβαση, η συμφωνία και ως νομικός όρος > συμβατικός: > συμβατός, ο σύμφωνος με κάποια χαρακτηριστικά >συμβατικότητα > συμβασιούχος,όρος οιοκονομικός.
  • Συμβιβάζω > συμβιβασμός > συμβιβαστικός > συμβιβαστικότητα
  • στυλοβάτης:
  • υπνοβατώ > υπνοβασία: > υπνοβάτης
  • υποβαθμίζω: > υποβάθμιση > υπόβαθρο
  • Υποβιβάζω > υποβιβασμός

Ελπίζω να μην σας κούρασα με όλα αυτά, αλλά η οικονομία της γλώσσας μας και η διαχρονική της συνέχειά είναι κάτι αξιοθαύμαστο που πρέπει να συνειδητοποιούμε όλοι και να έχουμε την ευκολία σε κάθε ευκαιρία να επικαλούμαστε παραδείγματα για να την αποδείξουμε. Οι πρώτοι μάλιστα που αξίζει να το κατανοήσουν αυτό είναι οι μαθητές των σχολείων μας, στους οποίους θα έπρεπε πρώτο να στοχεύει ένα αναμορφωμένο Αναλυτικό Πρόγραμμα Διδασκαλίας της Ελληνικής Γλώσσας στο σύνολό της, έτσι ώστε οι νέοι και να μπορούν να αντιληφθούν την εξέλιξη της γλώσσας μας στο πέρασμα των αιώνων και να την ερμηνεύουν, αλλά και να την εμπλουτίζουν υποβοηθούμενοι μέσα από την ανάλυση της λέξης με τη διαδικασία της ετυμολογίας. Το ταξίδι στην ιστορία μέσω της γλώσσας είναι ένα γοητευτικότατο ταξίδι που μας κάνει ιδιαίτερα στις μέρες μας να είμαστε πιο πλούσιοι πνευματικά και πιο δυνατοί ψυχικά. Η αναγνώριση της διαχρονικότητας της γλώσσας μας και της άρρηκτης σχέσης της ΑΕ και της ΝΕ είναι το μέλλον της γλώσσας μας.
Και κάτι ακόμα: Στα Ελληνικά δεν είναι η λέξη μέσο για το διανόημα, για τη σκέψη. Στα ελληνικά η ίδια η γλώσσα είναι σύστημα σκέψης, δεδομένου ότι σε αυτόν το χώρο και με αυτή τη γλώσσα νοηματοδοτήθηκαν για πρώτη φορά και οριοθετήθηκαν σημαινόμενα και μάλιστα κατά τέτοιο τρόπο ώστε χιλιετίες μετά να προσφέρονται για τη νοηματοδότηση σύγχρονων εννοιών καθόλα άγνωστων στον αρχαίο κόσμο ως αυτούσιες σημασίες αλλά τελικά αποδείχτηκαν οι μόνες που μπορούσαν να ανταποκριθούν στις σύγχρονες ανάγκες. Θυμίζουμε την τηλεόραση, το αεροπλάνο, την ψυχανάλυση, το ηλεκτροεγκεφαλογράφημα και πιο πρόσφατα τον κυβερνοχώρο, ‘cyber”με την Αγγλική προφορά. Είναι λοιπόν, άδικο να ζητούν αλλόγλωσσοι λαοί το δεκανίκι της ελληνικής για να εκφράσουν τα νεά προϊόντα της σύγχρονης σκέψης και της τεχνολογίας και τα ελληνόπουλα να μη μπορούν να αντιληφθούν την ευρύτητα της ιδιας της λέξης, τη στιγμή μάλιστα που πρόκειται για τη δική τους γλώσσα, για τη δική τους σκέψη, Κι αυτή είναι η προσφορά –μία από τις προσφορές- του Ελληνικού στοιχείου στον κόσμο. Αυτός είναι ο λόγος που ο Ελβετός ιστορικός του πολιτισμού Jacob Burckhardt ομολογεί ότι “βλέπουμε με τα μάτια των Ελλήνων και μιλούμε με τις εκφράσεις τους». Ο Ισπανός εξαίρετος κλασικός φιλόλογος Adrados –άλλωστε- υποστηρίζει σε κάθε ευκαιρία πως οι Ευρωπαϊκές γλώσσες είναι «κρυπτοελληνικές». Έχοντας αυτά υπόψη μας εύκολα μπορούμε να εξηγήσουμε τα λόγια του Ψυχάρη για την πατρίδα μας: «μικρός τόπος και γέμισε τη γης»

Σας ευχαριστώ πολύ.

Χαρίκλεια Κ. Κοσεγιάν