“Με ποιον τρόπο, συνδυάζοντας στη διδασκαλία διαδικασία και περιεχόμενο, μπορούμε να οδηγηθούμε στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης ;”-Πρόταση συγκεκριμένης εφαρμογής-(Άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό Φιλολογική, τ. 85, 2003)
Χαρά Κοσεγιάν, δ.φ.
“ Με ποιον τρόπο, συνδυάζοντας στη διδασκαλία διαδικασία και περιεχόμενο, μπορούμε να οδηγηθούμε στην ανάπτυξη της κριτικής σκέψης ;” -Πρόταση συγκεκριμένης εφαρμογής- (Άρθρο δημοσιευμένο στο περιοδικό Φιλολογική, τ. 85, 2003)
1. Η ανάγκη καλλιέργειας της σκέψης.
Στη μαθησιακή διαδικασία , η σκέψη οφείλει να είναι ο πρώτος και ο κορυφαίος σκοπός της σχολικής πράξης. Κι αν την εποχή του διαφωτισμού αίτημα ήταν η «λογική σκέψη», σήμερα, την εποχή της πληροφορίας και των υπερεπιλογών ,το αίτημα είναι η κριτική σκέψη. Η κριτική σκέψη στηρίζεται πάνω στην Καντιανή ιδέα ότι ο άνθρωπος δεν είναι το μέσον, αλλά ο σκοπός οποιασδήποτε δραστηριότητας, άρα, οι μαθητές έχουν δικαίωμα να αμφισβητούν, να κάνουν ερωτήσεις, να ζητούν αιτιολόγηση για αυτά που διδάσκονται.
Πολλοί είναι οι λόγοι για τους οποίους έχει αξία να αναπτύξουν και να καλλιεργήσουν οι μαθητές τη σκέψη τους , με στόχο να γίνει «κριτική». Αναφέρουμε χαρακτηριστικά, α. λόγους εκπαιδευτικής ιδεολογίας, καθώς : ι. ο μαθητής αναπτύσσεται σε αυτόνομο πρόσωπο, ιι. αποκτά έγκυρη γνώση, ιιι. προετοιμάζεται για τη ζωή, β. Μαθησιακούς και διδακτικούς λόγους, καθώς : ι. ορθολογικοποιείται η σκέψη, ιι. Οικοδομείται η γνώση, ιιι. Αντιμετωπίζεται με σεβασμό ο μαθητής και γ. πολιτικούς και κοινωνικούς λόγους, καθώς με αυτήν επιτυγχάνεται : ι. ο εκδημοκρατισμός του πολίτη και ιι. η δημιουργία κριτικά σκεπτόμενων ατόμων.
Ωστόσο, αν και όλοι στην εποχή μας τέτοιους πολίτες υποστηρίζουν ότι θέλουν να δημιουργήσουν, και συνεχώς μιλούν για την ανάγκη της κριτικής σκέψης, φαίνεται ότι τελικά στο χώρο της εκπαίδευσης, ελάχιστος πραγματικά χρόνος δίνεται στους μαθητές για να σκέφτονται, η διαδικασία δεν εκτιμάται, και σχετική ενθάρρυνση δεν υφίσταται. Ως αιτίες θα μπορούσαμε να αναφέρουμε, αφενός, το διαθέσιμο χρόνο στα σχολεία, που είναι σημαντικά λίγος σε συνδυασμό με την υπερβολική συχνά ύλη που πρέπει να καλυφθεί και αφετέρου, το ότι η σκέψη προϋποθέτει προβληματισμό, τον οποίο η εποχή μας έχει ολοφάνερα από παντού απεμπολήσει. Φαίνεται να είναι προτιμότερη η «εκπομπή» με κάθε τρόπο και κάθε είδους μηνυμάτων ,στα οποία τα παιδιά λειτουργούν ως παθητικοί δέκτες, έτσι που το «αποτέλεσμα» να είναι ορατό και γρήγορο, έστω κι αν δεν έχει διάρκεια ή βάθος.
Γι’ αυτό στην πλειονότητά τους, τουλάχιστον έως τώρα, επιλέγονταν παραδοσιακά δασκαλοκεντρικές μέθοδοι που είχαν αυτούς τους στόχους κι ήταν σαφώς αποτελεσματικές ή πιο οικονομικές από έλλειψη χρόνου, ενέργειας και κόστους. Παραβλέπεται, όμως ότι υστερούν, γιατί απαιτούν παθητική στάση των μαθητών κατά τη διάρκεια της διδασκαλίας, κάτι που κύρια αντίκειται στη φυσιολογία τους, δεν ικανοποιεί την έμφυτη περιέργειά τους , δεν είναι δημοκρατική ως προς τη γνώση. Στον αντίποδα, οι καθοδηγούμενες ανακαλυπτικές μαθητοκεντρικές μέθοδοι έχουν μονιμότερα αποτελέσματα (:εχει παρατηρηθεί «αυξανόμενη ικανότητα χρήσης των γνώσεων του μαθητή ,όσο περισσότερο ο τελευταίος απομακρύνεται από το χρόνο διδασκαλίας των εννοιών»), είναι πιο ευχάριστες στους μαθητές, προσβλέπουν στην ενεργό συμμετοχή τους και άρα, τους δίνουν την αίσθηση της ελευθερίας και τελικά αυξάνουν τις ικανότητες επίλυσης των προβλημάτων. Συνεπώς, αν μας ενδιαφέρει να προχωρήσουμε παραπέρα, να φτιάξουμε κοινωνίες με άτομα δημιουργικά και σκεπτόμενα, η κριτική σκέψη είναι μονόδρομος.
Γι’ αυτό, στα αναλυτικά προγράμματα των τελευταίων ετών εμφανίζεται, ως στόχος, η κριτική σκέψη μέσα στη διδακτική πράξη. Αυτό επιχειρείται όμως να συμβεί με το να την διδάξουν οι καθηγητές, είτε άμεσα, μέσα από τη διδασκαλία συγκεκριμένων δεξιοτήτων και στρατηγικών, με τη βοήθεια «πακέτων» διδακτικού υλικού, είτε έμμεσα, μέσα από τη διδασκαλια των καθιερωμένων διδακτικών αντικειμένων του ΑΠ. Υπάρχει ωστόσο, και μια τρίτη προσέγγιση που επιχειρεί να αναδείξει τις λειτουργίες της κριτικής σκέψης εντάσσοντάς την μέσα στα πλαίσια των μαθημάτων του ΑΠ, έτσι που τελικά, να «εγχυθεί» η κριτική σκέψη μέσα στο «σώμα»της διδασκαλίας.
Η λειτουργία αυτού του τρίτου τρόπου εισαγωγής της κριτικής σκέψης στη διδασκαλία είναι το ενδιαφέρον αυτού του άρθρου.

