Χαρά Κοσεγιάν

Φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης.
Subscribe

Archive for the ‘Κριτική βιβλίων’

Αναφορά στο βιβλίο της Χαράς Κοσεγιάν “Η λοχεία της απουσίας”

March 28, 2015 By: admin Category: Κριτική βιβλίων No Comments →

Τίτλος υπαινικτικός, που προϊδεάζει για τις ουσιαστικές ελλείψεις που παρουσιάζονται στις ζωές των Ανθρώπων είτε αυτές είναι υλιστικές, είτε ψυχικές.

Η λοχεία της απουσίας

Η λοχεία της απουσίας

Το βιβλίο κυκλοφόρησε από τις εκδόσεις «Οδός Πανός» και είναι χωρισμένο σε δύο ενότητες… και αποτελείται από 17 διηγήματα και μια συλλογή που απαρτίζεται σε τρεις κύκλους με συνολικά 26 ποιήματα.

Η γραφή της Χαράς Κοσεγιάν δείχνει την άμεση σχέση που έχει η συγγραφέας με τα γράμματα καθώς ξέρει να χειρίζεται τον γραπτό λόγο και να δημιουργεί μέσα από αυτόν εικόνες με παραστατικό όσο και γλαφυρό ύφος.

Σε κάθε διήγημα με διαφορετικό θέμα και ύφος απόδοσης, αλλά πάντα με κομψό κατανοητό λόγο, που δεν επαναλαμβάνεται λεκτικά, η ΧΚ, καταγράφει θέματα σπουδαία, όσο και δύσκολα που συμβαίνουν στη ζωή μας. Δεν φοβάται να καταπιαστεί με τις δυσκολίες και τις ανατροπές που εγείρονται στους ήρωες της. Τολμάει να μπαίνει στον πειρασμό κάθε φορά και μέσα από την εκφορά του λόγου της να δοκιμάζει και να δοκιμάζεται.

Επεξεργασμένος αφηγηματικά ο λόγος της, δίνει την εντύπωση, ότι δημιουργεί διάλογο με τον αναγνώστη καθώς τα θέματα της είναι τόσο πολύ γνωστά που τον ταυτίζουν με διάφορα γεγονότα που είτε έχει βιώσει προσωπικά, είτε τα γνωρίζει ως πληροφορίες.

Αυτόνομες ιστορίες, με θέματα δύσκολα, καρφιά για την κοινωνία, που με θάρρος τα καταδεικνύει, υπηρετώντας η συγγραφέας, πιστά τον σκοπό της λογοτεχνίας, να προβάλλει και πολλές φορές να στηλιτεύει τα κακώς κείμενα.

Το ρεαλιστικό στοιχείο στα κείμενα της είναι αυτούσιο όσον αφορά τις περιγραφές στα δύσκολα θέματα που επιλέγει. Δεν θα μπορούσαν να αφηγηθούν με πειστικότητα αν ο λόγος της δεν ήταν άμεσος και καυστικός, αλλά πάντοτε μέσα από τον ουσιαστικό προσωπικό της συναισθηματισμό που προσδίδει στο έργο της μια ξεχωριστή διαχρονική αξία.

Φτάνοντας στο δεύτερο μέρος του βιβλίο στις ποιητικές της στιχο-γραμμές -όπως τις αναφέρει- στέκομαι στο ερώτημα της για την περιπέτεια της γραφής της αυτών των κειμένων που ενώ την προβλημάτιζαν, αν ήταν πεζά ή ποιήματα, κατέληξε ότι άρεσαν και συνέχισε να δημιουργεί τον δικό της ποιητικό λόγο.

Ξεκάθαρος στρωτός λόγος, αντιληπτός στις έννοιες που αναφέρεται, δίχως δύσκολους συνειρμούς μόνο και μόνο για το παιχνίδι των λέξεων. Τούτο είναι το προσωπικό της ύφος στην ποίηση σαν να κοιτάζει το πρόσωπο της στον καθρέφτη και να σχηματίζει το είδωλο της ψυχικής της έντασης μέσα από την έντεχνη τακτοποίηση των λέξεων.

Ως έμφυτο και χαρισματικό ταλέντο, η γραφή της δημιουργεί στοχαστική οξύτητα και εντάσεις.

Χωρίς να το αντιλαμβάνεται -τις ώρες της δημιουργίας- ότι ακολουθεί τον μεγάλο άφθαρτο νου των αιώνων… την Ποίηση. Μέσα από τις προσωπικές της ιδέες αντιλήψεις, υπόνοιες, εντυπώσεις και ιδέες ευδοκιμεί μια πλούσια και γνήσια έκφραση που απορρέει -όχι τυχαία- αλλά μέσα από τον ισχυρό συναισθηματικό της κόσμο, για τον ίδια τη ζωή.

Κλείνω την αναφορά σε αυτό το σπουδαίο πόνημα της Χαράς Κοσεγιάν, Η λοχεία της απουσίας, με ένα απόσπαμα από το ποίημα «Λεξιπαίγνια»

Χωράμε όλοι στ’ όνειρο
Μόνο που κι αυτό
δεν ξέρουμε πως είναι…

Δημήτρης Βαρβαρήγος 25 Μάρτη 2015

Εκδοτικός Οίκος ΟΔΟΣ ΠΑΝΟΣ
Συγγραφέας Χαρά Κοσεγιάν
Κατηγορία Ελληνική Λογοτεχνία
ISBN 978-960-477-140-0
Σελίδες 127

Κριτική βιβλίου | Η λοχεία της απουσίας, Εκδόσεις Οδός Πανός και το Art Cafe Polis

February 11, 2014 By: admin Category: Κριτική βιβλίων No Comments →

Λοχεία της Απουσίας

Λοχεία της Απουσίας

Κριτική Βιβλίου: Η λοχεία της απουσίας

Συγγραφέας:   Χαρά Κοσεγιάν
Εκδόσεις:          Οδός Πανός και το Art Cafe Polis
Κατηγορία:      Ελληνική Λογοτεχνία
ISBN:                  978-960-477-140-0
Σελίδες:             127

Κριτική Βιβλίου από: Μπούρας Κωνσταντίνος, Οδός Πανό, 162, 2014

Η Χαρά Κοσεγιάν διαλογίζεται γράφοντας. Δοκίμιο για την ποίηση και τον πεζό λόγο, δοκίμιο για τη γράφουσα και τον γράφοντα συνδημιουργό αναγνώστη. Δοκίμιο για τη γραφή, δοκίμιο για την Τέχνη, δοκίμιο για την απέλπιδα ανάγκη του ανθρώπου να εξοικειωθεί με το Άγνωστο, που εικονοποιείται με τον επαπειλούμενο Θάνατο. Κι η αιωνιότητα της στιγμής ως υπόμνηση του αναπόδραστου Χρόνου. Τελικά, γιατί γράφουμε, γιατί ανταλλάσσουμε απόψεις; Γιατί ομιλούμε; Γιατί έχουμε την ανάγκη να σκοτώνουμε την ώρα μας στην τηλεόραση πριν ή και μετά το δείπνο, πριν ή και μετά το βραδινό τσιγάρο που ακολουθεί μια αγάπη μαραγκιασμένη; Η απουσία του Έρωτα είναι αισθητή, ειδικά αν –υποτιθέσθω, λέω– αυτή η γενεσιουργός δύναμη θα ήταν ίσως το αντίπαλον δέος του Θανάτου. Όμως τα ωάρια είναι ανενεργά κι ομφαλοσκοπούμενα, η μήτρα αδυνατεί να τα κρατήσει, να τα συγκρατήσει, να τα υποβαστάξει, να τα θρέψει. Η μεταφυσική ως συνέχεια της βιολογικής αλυσίδας στο αφήγημα «Ένα μικρούλι αυγό στη λεωφόρο».

Τα ποιήματα της Χαράς Κοσεγιάν που εκτίθενται σε αυτόν τον τόμο είναι δοκιμιακά, καθώς επίσης και τα πεζά της. Η επιστημονική της κατάρτιση και η μεταδιδακτορική της έρευνα, ο ρόλος της ως σχολικού συμβούλου (που την οδηγεί σε καρυωτακικό αυτοσαρκασμό στο ποίημα «Εξετάσεις υποψηφίων» της σελ. 122), η αγάπη της για τη γλώσσα, το μέλημά της για τη λογοτεχνία, η αγάπη της για το παιδί, η ανιδιοτελής ανησυχία της για τον συνάνθρωπο, που θα ισοζυγιαζόταν ίσως με ανάλογες δόσεις εγωισμού που δυστυχώς λείπει (σελ. 114 κ.ε.), οδηγούν στο αυτοκαταστροφικό λιώσιμο του κεριού πάνω στο τραπέζι (σελ. 116), αφού ο ευαίσθητος αποδέκτης της επιθετικής βουλιμίας των παράσιτων κατατρώγεται ανηλεώς (όπως στο ποίημα «Τα μανιτάρια»).

Ποιήματα ποιητικής είναι τα κείμενα του δεύτερου μέρους αυτού του «ημερολογίου γραφής» όπως θα το ονόμαζα, ενώ τα πεζά του πρώτου μέρους χαρακτηρίζονται από την ίδια τη Χαρά Κοσεγιάν ως «Ταξίδια στον τρικυμισμένο χωρόχρονο» με υπότιτλο εντός αγκύλης [Ημερολόγιο]. «Ανατρέχεις στο παρελθόν να φωτίσεις το μέλλον» (σελ. 7). Αυτή η ανάγκη του ανθρώπου να ξαναδεί τη ζωή του σε fast forward και flash back πριν από την αναγκαστική σύνοψη του τέλους, εκεί που για όσους σκότωσαν το χρόνο τους μπροστά στην τηλεόραση θα απομένει μόνο η γελοία ομολογία στο φρικτό βήμα ότι είναι ένοχοι που άφησαν το «τώρα», την αιώνια στιγμή να ξεφύγει από τα χέρια τους σαν χέλι, σαν νεράκι, «χωρίς να πιουν ούτε μια στάλα» (όπως θα έλεγε ο Σεφέρης).

Η Χαρά Κοσεγιάν μπορεί να βαδίσει στο μέλλον της ευθυτενής, γιορτάζοντας το παρόν κι αδιαφορώντας για το παρελθόν (αφού μ’ αυτό έχει ξεμπερδέψει γράφοντας). Είναι παράδειγμα γενναίας αυτοαναδίφησης εις αναζήτησιν του ουσιώδους, αφού το φαινομενικό μάς κατακλύζει εκόντες άκοντες και μας καταπλακώνει.

Στα χρόνια της Κρίσης οι προσωπικές μας κρίσεις (όχι επικρίσεις, διακρίσεις, κατακρίσεις) παίρνουν τη σωστή τους διάσταση κι αυτό μας ανακουφίζει. Ομοιοπαθητικώς. Το μέρος αντί του όλου. Συνεκδοχή.

Ο Φ. Θαλασσινός γράφει στην Ελευθεροτυπία για το βιβλίο της Χαράς Κοσεγιάν “Αρχαία επιβιώματα στα νεοελληνικά τραγούδια” 19/11/2011

January 05, 2012 By: Χαρά Κοσεγιάν Category: Κριτική βιβλίων No Comments →

Χαρά Κοσεγιάν | Αρχαία επιβιώματα στα νεοελληνικά δημοτικά τραγούδια εκδόσεις Παπαζήση, σ. 359, ευρώ 20,33

Ενα βιβλίο για τις παραδόσεις των αρχαίων πολιτισμών και τον απόηχό τους, όπως αυτός διασώζεται στις μεγάλες δημιουργίες των δημοτικών τραγουδιών. Ο Βασίλης Φίλιας πολύ σωστά στον πρόλογο του βιβλίου επισημαίνει και καταγγέλλει το φαινόμενο της απουσίας μελετών ανθρωπολογικού και λαογραφικού ενδιαφέροντος από τη βιβλιογραφία των ελλήνων συγγραφέων. Η Ελλάδα, εξαιτίας των μεγάλων γεωμορφολογικών διαφορών της και της κλιματικής διαφοροποίησης από τόπο σε τόπο, εμφανίζει αναλόγως και έναν τεράστιο αθησαύριστο εσωτερικό πολυπολιτισμικό πλούτο. Τα ήθη και τα έθιμα διαφοροποιούνται από τόπο σε τόπο, από πόλη σε πόλη της Ελλάδας. Η ευθύνη των πανεπιστημίων για την απουσία πολιτικής εκπόνησης μελετών λαογραφικού προσανατολισμού είναι τεράστια. Η Χαρά Κοσεγιάν ασχολείται σ’ αυτό το βιβλίο της με τα αρχαία επιβιώματα στα δημοτικά τραγούδια της νεοελληνικής ιστορίας στην Ολυμπο της Καρπάθου. Βρίσκει και εμφαίνει στον αναγνώστη τις διαδρομές από τους αρχικούς μύθους και τις, από στόμα σε στόμα, διαδόσεις και παραλλαγές προς το αποκρυστάλλωμά τους στη στιχουργική των δημοτικών τραγουδιών. Στην εισαγωγή της η συγγραφέας αναφέρει ότι η διαδρομή δεν είναι απαραίτητο να ακολουθεί τη χρονική σειρά από την αρχαιότητα στο σήμερα. Τα νάματα της έμπνευσης της σύνθεσης τραγουδιού για ένα μύθο ή κάποια ιστορία εντοπίζονται σε πολλές των περιπτώσεων σε κείμενα ή άλλα πολιτισμικά μορφώματα υστερόχρονων της αρχαιότητας ιστορικών περιόδων. Πολλές φορές ο ο εφαλτήριος συνειρμός της σύνθεσης των μικρών επών της Καρπάθου εντοπίζεται σε μύθους λαών της ευρύτερης Μεσογείου. Για τους αρχικούς μύθους και τον συσχετισμό τους δεν είναι απαραίτητη η άμεση πολιτισμική επικοινωνία ανάμεσα στους λαούς. Πολλές φορές κοινές ανησυχίες γεννιούνται την ίδια στιγμή σε διαφορετικούς τόπους. Η Χαρά Κοσεγιάν ασπάζεται την άποψη του Καρλ Γιουνγκ για τη συγχρονικότητα και το συλλογικό ασυνείδητο. Το κυρίως θέμα του βιβλίου ξεκινάει με την καταγραφή των κοινών χαρακτηριστικών των δημοτικών τραγουδιών και στη συνέχεια με τη χάραξη του ταξιδιού του βασικού θέματός τους μέσα στον χρόνο. Η δομή των δημοτικών τραγουδιών, οι επαναλήψεις, οι κλιμακώσεις των στίχων είναι μερικά απ’ τα γλωσσικά φαινόμενα που συναντά ο αναγνώστης στα τραγούδια. Ειδικά για τις επαναλήψεις των στίχων, μέσα στο ίδιο ποίημα, έχουμε τη γοητευτική επισήμανση πως πρόκειται για μέθοδο που χρησιμοποιείται για χάρη της εύκολης απομνημόνευσης του τραγουδιού από τον ραψωδό. Το γνώρισμα αυτό έχει τις ρίζες του στα αρχαία ομηρικά έπη. Προχωρώντας η συγγραφέας στη δεξιοτεχνική ανατομία του θέματος, με το οποίο καταγίνεται, παρατηρεί πως όταν στα ομηρικά έπη η αφήγηση γίνεται, από τριτοπρόσωπη, αφήγηση δεύτερου προσώπου, ο ποιητής Ομηρος θέλει να αναδείξει τη συναισθηματική συμμετοχή του στο γεγονός που περιγράφει σε κάθε συγκεκριμένο χωρίο του έπους του. Συναντάμε το ίδιο φαινόμενο της αποστροφής της αφήγησης από τρίτο σε δεύτερο πρόσωπο και στα δημοτικά τραγούδια της Καρπάθου. Μόνο που εδώ δεν υποδηλώνεται η συμπόνια του αφηγητή προς τα παθήματα των ηρώων του, αλλά η διάθεσή του να απευθυνθεί στον αναγνώστη. Αυτή η διαφορά ανάμεσα στα ομηρικά έπη και τα δημοτικά της Καρπάθου οφείλεται στον σκληροτράχηλο χαρακτήρα των ορεσίβιων κατοίκων της Ολύμπου. Υπάρχουν πολλές κοινές συνιστώσες που συναπαρτίζουν τα δημοτικά τραγούδια. Τις συναντάμε με μικρές διαφοροποιήσεις στα περισσότερα απ’ αυτά. Στα δημοτικά τραγούδια της Καρπάθου, η συγγραφέας ασχολείται με τη σημαντικότητα των παρομοιώσεων και των μεταφορών ως σχημάτων λόγου που απαντούν σ’ αυτά. Τα δύο γλωσσικά σχήματα υπάρχουν εξίσου στα ομηρικά έπη. Απ’ τις πιο γνωστές εικόνες στα τραγούδια της Ολύμπου είναι οι περιγραφές του Κάτω Κόσμου. Διανθισμένες με πλήθος παρομοιώσεων, δημιουργούν υποβλητικούς στίχους ικανούς μ’ έναν παράταιρο τρόπο να δώσουν στον Αδη μία θελκτική μορφή. Οι μαγικοί αριθμοί τρία, και τα πολλαπλάσιά του, εφτά και σαράντα μπαίνουν στη θεματολογία της συγγραφέως και αναλύονται γοητευτικά. Ο αριθμός εφτά είναι αριθμός που χρησιμοποιείται πολύ συχνά απ’ τον Ομηρο. Ο αριθμός σαράντα έχει περάσει ακόμη πιο βαθιά στη λαϊκή συνείδηση των περισσότερων λαών. Είναι ο αριθμός των ημερών που απαιτούνται για τον εξαγνισμό της λεχώνας. Τόσες μέρες πρέπει να παραμείνει μες στο σπίτι. Η έξοδός της, πριν από τη συμφωνημένη περίοδο περιορισμού της, μπορούσε να «προξενήσει» μεγάλο κακό. Μία παράδοση που είναι βαθιά ριζωμένη στο ελληνικό συλλογικό υποσυνείδητο και σε ορισμένους τόπους συνεχίζει να ισχύει ως πεποίθηση. Η Χαρά Κοσεγιάν εντοπίζει την απαρχή τις παράδοσης στις ακρώρειες της νησιωτικής και μεσογειακής ιστορίας. Σαράντα μέρες απαιτούνταν για την κάθαρση της λεχώνας στην Ερεσό της Λέσβου του 2ου π.Χ αιώνα, σύμφωνα με τα γραφόμενα σε σωζόμενη επιγραφή. Σαράντα μέρες ήταν επίσης ο αριθμός που επιβαλλόταν από το μωσαϊκό νόμο για τη λεχώνα να βρίσκεται στο σπίτι στην περίπτωση της γέννησης αγοριού. Αν το παιδί ήταν κορίτσι, ο αριθμός των ημερών διπλασιαζόταν. Μετά την πάροδο αυτού του χρόνου η γυναίκα μπορούσε με το παιδί στην αγκαλιά της να παρουσιαστεί στο ιερό προσφέροντας για θυσία στον Θεό δύο τρυγόνια ή δύο περιστέρια. Το αίμα των πουλιών ήταν το τίμημα του εξιλασμού τής λεχώνας. Στην Κάρπαθο υπάρχει το έθιμο της «γιορτής των εφτά». Με βάση την κατάθεση της συγγραφέως, «ονοματίζονται εφτά κεριά τα οποία αντιπροσωπεύουν τους εφτά αγίους του χωριού. Οποιο σβήσει πρώτο, αυτός ο άγιος θα είναι ο προστάτης του παιδιού και σ’ αυτόν υπόσχονται οι γονείς ότι θα λειτουργήσουν μετά το σαράντισμα». Οι μύθοι των δημοτικών τραγουδιών της Καρπάθου μπορεί να είναι στοχαστικές επινοήσεις μέσα στα ομηρικά έπη ή παραδόσεις και πίστη ευρύτερων γεωγραφικών περιοχών κατανεμημένων κυρίως στην περιφέρεια της Μεσογείου. Η συγγραφέας αναφέρει το τραγούδι «του μικροκωνσταντίνου» και «της αρπαγής» ως ενδεικτικά της πολυδαίδαλης διαδρομής από τον αρχικό μύθο στο σήμερα. Για το τραγούδι «του μικροκωνσταντίνου» αναφέρει ότι ο μύθος του περνάει από τον Ομηρο, τον Μέγα Αλέξανδρο και τους ακρίτες της βυζαντινής περιόδου, συγκεκριμένα τον ακρίτα Πορφύρη. Για το ίδιο τραγούδι σημειώνει ότι στο περιεχόμενό του εμφωλεύει ο απόηχος των άθλων του Ηρακλή, το σωτήριο πέρασμα του Χριστού ή ακόμη και τα παράδοξα ανδραγαθήματα του Γαργαντούα του Ραμπελαί. Απ’ την άλλη -και σύμφωνα με τον μελετητή Στ. Κυριακίδη- το τραγούδι «του Πορφύρη» σχετίζεται με το εθνικό έπος των Περσών «σαχ ναμέχ» του ποιητή Φερντουσί. Ολα αυτά τα ταξίδια και οι στάσεις στις παραδόσεις των λαών δεν πρέπει να φαίνονται παράξενα στον αναγνώστη. Η Χαρά Κοσεγιάν δικαιολογεί το αλάργεμα της σκέψης της γράφοντας πως «η μαία στην περίπτωσή μας είναι ο συνειρμός και η ανάγκη (των ανθρώπων) να στηρίξουν αυτό που κάθε φορά ήθελαν να προβάλλουν ή είχανε ανάγκη να τραγουδήσουν». Για το δεύτερο δημοτικό τραγούδι «της αρπαγής», οι απαρχές βρίσκονται αδιαμφισβήτητα στα ομηρικά έπη και την πελασγική παράδοση των ναυτικών. Συνεχίζοντας με τις ομοιότητες στην ύφανση ενός δημοτικού τραγουδιού, η Χαρά Κοσεγιάν γράφει για το φαινόμενο της αναγνώρισης προσώπων μέσα στα ποιήματα της δημοτικής ποίησης. Η αναγνώριση προσώπων μεταξύ τους στην αφήγηση των τραγουδιών της Καρπάθου παραπέμπει στην τραγική κάθαρση, την έξοδο, τη λύτρωση. Συχνά συναντάμε στις ίδιες λαϊκές δημιουργίες το σχήμα του αδυνάτου. Τη γραπτή δήλωση του ανέφικτου της θετικής έκβασης μιας υπόθεσης. Η υπόθεση συνήθως εκφράζεται μέσω ποικίλων παραλληλισμών αδύνατων να ευοδωθούν. Ο ανέφικτος έρωτας της αγάπης ενός άντρα προς μια γυναίκα συνυποδηλώνεται απ’ τη μεριά της γυναίκας ευγενικά με τη χρήση αδύνατων προτάσεων. «Οταν στερέψει η θάλασσα», «όταν το χιόνι πέσει μαύρο», «όταν ασπρίσει το κοράκι» είναι μερικές τέτοιες προτάσεις που καθιστούν φρούδες τις ελπίδες του ανδρός. Και τα δύο σχήματα, της αναγνώρισης και του αδυνάτου, συναντώνται στα ομηρικά έπη, για παράδειγμα κατά την αναγνώριση του Οδυσσέα από την Πηνελόπη. Το σχήμα της αναγνώρισης στον χριστιανισμό βρίσκει την πιο έντονη εκδήλωσή του στη δυσπιστία του Θωμά να πιστέψει την Ανάσταση του Θεανθρώπου μέχρι την τελική άρση των αμφιβολιών του απόστολου με την ψαύση των σημαδιών από τους ήλους. Ενα άλλο μοτίβο των δημοτικών τραγουδιών είναι το αναπόδραστο και το αμετάκλητο του θανάτου. Ο έγκαιρος θάνατος είναι πάντοτε άκαιρος. Ο θάνατος είναι πάντοτε άκαιρος. Η φυσική απουσία του προσώπου που αγαπάμε είναι αναντικατάστατη. Την ίδια σχέση με τη σημερινή εποχή και τους νεκρούς είχαν και οι αρχαίοι με τους δικούς τους νεκρούς. Στα κείμενα, τις επιγραφές και τα τραγούδια έχει καταγραφεί ο διακαής πόθος των ανθρώπων για την επιστροφή του νεκρού τους από το βασίλειο του Αδη, έστω και για λίγες στιγμές. Τα δημοτικά τραγούδια της Καρπάθου εμφορούνται στο σύνολό τους από το συγκινητικό αυτό πόθο. Στην αρχαιότητα είναι γνωστή η απόδραση της Αλκήστιδος από τον Αδη για την αγάπη του συζύγου της Αδμήτου. Ο μύθος διασώζεται στην τραγωδία «Αλκηστις» του Ευριπίδη και στο «Συμπόσιο» του Πλάτωνα. Η μελέτη προχωράει με την επισήμανση άλλων σημαντικών μοτίβων των δημοτικών τραγουδιών. Τέτοια είναι οι κατάρες της μητέρας προς τα παιδιά της ή ακόμη και η δολοφονία των γιων της για να μπορεί να έχει εραστή. Αυτά τα μοτίβα και πολύ περισσότερα απασχολούν τη συγγραφέα σε όλο το βιβλίο. Ο τρόπος που η Χαρά Κοσεγιάν αναζητεί τις απαρχές των μύθων των δημοτικών τραγουδιών μέσα στην ιστορία των πολιτισμών των λαών είναι απαράμιλλα συναρπαστικός. Το βιβλίο συνιστάται σε όλους τους αναγνώστες. Η προσέγγιση του θέματός του γίνεται με ιδιαίτερα γλαφυρό και υποβλητικό τρόπο. Είναι τόσα τα προτερήματα της γραφής που το βιβλίο αποκτά καθολικό ενδιαφέρον.

Κριτική από Χριστο Τσολάκη,

September 29, 2010 By: Χαρά Κοσεγιάν Category: Κριτική βιβλίων No Comments →

Κριτική από Χριστο Τσολάκη,
Kαθηγητή ΠΤΔΕ ΑΠΘ
Καθηγητή Φιλοσοφικής σχολής ΑΠΘ

XαρA ΚοσεγιAν,
ΛουκιανοY  ΑληθΗΣ ΙστορΙα Α΄
Με σκίτσα των µαθητών του Γυµνασίου
Ιαλυσού και υπέρτιτλους στα αρχαία
ελληνικά,
εισαγωγή-µετάφραση-σχόλια,
εκδ. Μετα

ίχµιο, Δηµοτική Βιβλιοθήκη
Ιαλυσού, 2008.

Κάπου εξήντα σελίδες μεγάλου σχήματος,  με χοντρά εξώφυλλα και εκλεκτό  χαρτί •άρτιο εκδοτικά•το «Μεταίχμιο» έβαλε όλην του την τέχνη και την πείρα•  έξοχο το εξώφυλλο, το οποίο επιμελήθηκε η Χρυσή Συριανόγλου.  Καρπός της διδακτικής συνεργασίας της  Χαράς Κοσεγιάν και του Α2 Τμήματος του  Γυμνασίου Ιαλυσού του σχολικού έτους  1989-1990. Είκοσι συνολικά οι μαθητές και  οι μαθήτριες που συμμετείχαν στο  πρόγραμμα της διδασκαλίας της  «Αληθούς Ιστορίας Α΄» του Λουκιανού και που πέρα από την άλλη συμμετοχή  τους δημιούργησαν και τα σκίτσα που  ολοκληρώνουν την εκδοτική εμφάνιση  του έργου. Αποτέλεσμα συνεργασίας  καθηγήτριας και μαθητών είναι και οι  υπέρτιτλοι που αναδύονται από το  αρχαιοελληνικό κείμενο, δηλαδή είναι  γραμμένοι στα Αρχαία Ελληνικά•το όλον  έργο η κ. Κοσεγιάν το αφιερώνει στους  συνεργάτες της μαθητές και στον γιο  της. Χωρισμένο σε επτά μέρη φιλοξενεί: α) δύο θετικούς για την προσπάθεια  προλόγους, του Καθηγητή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο  Αθηνών Ανδρέα Βοσκού και του Στέργιου Στάγκα, του δημάρχου Ιαλυσίων, και β) δύο δικά της ενημερωτικά κείμενα: στο  πρώτο, που φέρει τον τίτλο «Εισαγωγικό  σημείωμα», καταχωρίζει σε μια σύντομη σελίδα πληροφορίες που παραπέμπουν στον τρόπο συνεργασίας της με τους  μαθητές της, ώστε να παραχθεί το εν  λόγω έργο• στο δεύτερο κείμενο, που τιτλοφορείται «Γενική εισαγωγή», μας  προσφέρει σε έξι πυκνογραμμένες  σελίδες πολύτιμες πληροφορίες: για τη  ζωή και το έργο του Λουκιανού• για τις  αρχές πάνω στις οποίες στηρίχτηκε η  μετάφραση του αρχαίου κειμένου•για  τους παράγοντες και τις σχολικές και  γενικότερα εκπαιδευτικές και  φιλολογικές συνθήκες που την οδήγησαν  στην επιλογή του συγκεκριμένου προγράμματος και της «Αληθούς  Ιστορίας Α΄» του Λουκιανού. Ακολουθούν η μετάφραση του έργου και  το αρχαιοελληνικό κείμενο δίπλα δίπλα  σε δύο στήλες της ίδιας σελίδας  (αριστερά η μετάφραση, δεξιά το αρχαίο  κείμενο)•η απέναντι σελίδα φιλοξενεί  τα σκίτσα των μαθητών με ό,τι κάθε φορά  τα συνοδεύει. Δηλαδή, μετάφραση, αρχαίο κείμενο και σκίτσα της απέναντι  σελίδας δημιουργούν ελκυστικά σαλόνια  ευχάριστα στον αναγνώστη του έργου. Τη  μετάφραση την ακολουθούν  διευκρινιστικές σημειώσεις τεσσάρων  σελίδων, οι οποίες δεν υπεισέρχονται  σε θέματα φιλολογικών ερίδων και  προτιμήσεων της μιας ή της άλλης  γραφής, αλλά αναφέρονται σε ζητήματα  κατανόησης του κειμένου είτε αυτά είναι πραγματολογικά, είτε  εννοιολογικά είτε άλλα. Η  βιβλιογραφία, με την οποία κλείνει το  έργο, είναι επιλεκτική και περιέχει  αξιόλογα έργα Ελλήνων και ξένων  μελετητών του Λουκιανού. Άρτιο το έργο της κ. Κοσεγιάν και των  μαθητών της. Άρτιο και  μοναδικό•μοναδικό όχι γιατί μια  καθηγήτρια συνεργάστηκε σοβαρά και  γόνιμα με την τάξη της, για να  αναστήσει στον αιώνα μας ένα κείμενο  της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, όχι  γι’αυτό• τέτοιες περιπτώσεις  βρίσκουμε και άλλες στη νεότερη  βιβλιογραφία μας• μοναδικό το θεωρώ  από την άποψη του τρόπου και των  ποιοτικών αποτελεσμάτων αυτής της  συνεργασίας, η οποία οδήγησε σε μια  ασυνήθιστη για τα ελληνικά δεδομένα  έκδοση αρχαιοελληνικού κειμένου.  Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί  αρχαιοελληνικό κείμενο, που γράφτηκε  εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια, να  στεγάζεται σε εκδοτικό σχήμα που  συνηθίζεται μόνο για εκδόσεις έργων της σύγχρονης παιδικής λογοτεχνίας!  Πρωτοτυπία εκδοτική, η οποία εκπηγάζει  από τα δεδομένα του έργου που μιλούν με  την παιδική ψυχή. Αυτό είναι το καίριο. Πόσο καίριο είναι το αντιλαμβάνεσαι,  το νιώθεις, θα έλεγα, από τη στιγμή που παίρνεις στα χέρια σου το βιβλίο και  εντυπωσιάζεσαι από τα σκίτσα του  εξώφυλλου, τα οποία έχουν εκπονήσει  μαθητές εμπνευσμένοι από έργο  πνευματικού προγόνου τους με παιδική  μεγαλοφυή ψυχή. Δεν γερνούν ποτέ αυτές  οι ψυχές που φέρουν τη δωρεά της  παιδικής μεγαλοφυΐας. Μένουν παιδικές  για να συναντούν τα παιδιά όλων των  αιώνων. Αρκεί να υπάρξουν οι  κατάλληλες συνθήκες…Αυτό ακριβώς έκαμε η κ.  Κοσεγιάν •δημιούργησε με την τέχνη της  και την τεχνική της τις συνθήκες μέσα  στις οποίες αναβίωσε ένα έργο γραμμένο  από παιδί για παιδιά όλων των εποχών και όλων των ηλικιών. Τι άλλο από παιδί  θα μπορούσε να είναι ο μέγας Λουκιανός!  Και ποιος τον νιώθει καλύτερα από ένα  παιδί που από τη φύση του είναι  καμωμένο να συλλαμβάνει όσο κανένας   άλλος τα μηνύματα των αχαλίνωτων  ιστοριών της επιστημονικής φαντασίας.  Τα παιδιά δεν διάβασαν και δεν  διαβάζουν τον νεότερο ομόλογό του, τον Ιούλιο Βερν; Όσο για την αρχαιοελληνική γλώσσα που απέχει από τη δική τους, αυτό δεν τους απασχολεί•το πρόβλημα δεν είναι δικό  τους• είναι των φιλολόγων που πάνω από το τετραγωνισμένο κεφάλι τους δεν «θα  λαλήσει ποτέ αηδόνι». Στις δικές τους  τις ψυχές, όσο παραμένουν παιδικές,  μόνο αηδόνια λαλούν μεθυσμένα από το  ίδιο τους το κελαηδητό. Αυτή είναι η  υπεργλώσσα των παιδιών, που διαπερά  όλες τις γλώσσες και βρίσκει την όμοιά  της, κι ας απέχει από τη δική τους  χιλιάδες και βάλε χρόνια. Αρκεί να  είναι γνήσια παιδική. Όπως του  Λουκιανού. Τη νιώθουν τα παιδιά αυτήν  τη γλώσσα και τη χαίρονται, κι ας μην  την έχουν διδαχθεί συστηματικά.  Άλλωστε, ποια γλώσσα ποια παιδιά έχουν μάθει με συστηματική διδασκαλία;Η επιτυχία, λοιόν, της κ. Κοσεγιάν  οφείλεται, πιστεύω, κατά πρώτο και  κύριο λόγο στο γεγονός ότι επέλεξε κείμενο γραμμένο στην παιδική  υπεργλώσσα. Το επισημαίνει και η ίδια  χρησιμοποιώντας, ωστόσο, άλλην οπτική  και άλλους όρους. Γράφει:«Γι’ αυτούς τους λόγους η Αληθής  Ιστορία –με την πλούσια και γόνιμη  φαντασία, το πηγαίο χιούμορ, την ευφυή  παρωδία, την πρωτοτυπία στην έκφραση–  έμοιαζε η καλύτερη δυνατή επιλογή.  Επιπλέον, προσέφερε τη δυνατότητα  διδασκαλίας ολοκλήρου κειμένου, το  οποίο οι μαθητές θα μπορούσαν να δουν  ταυτόχρονα στον πρωτότυπό του λόγο,  αλλά και στη νεοελληνική του απόδοση,  ώστε να αισθανθούν αυτή την μοναδική  χαρά της απευθείας συνάντησης  απομακρυνόμενοι από τη διαμεσολάβηση  τρίτων».Τι άλλο μπορεί να είναι παρά  γνωρίσματα παιδικής υπεργλώσσας η  πλούσια και γόνιμη φαντασία, το πηγαίο  χιούμορ, η ευφυής παρωδία, η πρωτοτυπία  στην έκφραση και όλα τα συναφή;  Υπάρχουν όλα αυτά στη φύση του παιδιού  και λειτουργούν, κι όταν ακόμη δεν έχει  γνωρίσει τα παλαιότερα κείμενα στα  οποία παραπέμπου• τέρπεται ο  Λουκιανός και τέρπει κι εμάς με τις  απανωτές συνειρμικές παραπομπές σε  παλαιότερους συγγραφείς. Πρώτος και  καλύτερος / προσφορότερος ο Όμηρος.Η γλώσσα της μετάφρασης, πάλι, είναι  γοητευτική. Και πρώτα-πρώτα έσωσε το  ύφος του συγγραφέα που δεν είναι παρά  το ύφος των αφηγηματικών κειμένων  αυτού του είδους προσαρμοσμένο στη  δική του γραφίδα. Αυτό σημαίνει ότι η  μεταφράστρια έχει συνείδηση του  ελληνικού λόγου, αρχαιότερου και  νεότερου. Τίποτε, φυσικά, δεν θυμίζει  τον σχολικό μεταφρασμένο λόγο είτε στη  σχολική τάξη παράγεται αυτός είτε στο φροντιστήριο. Μιλώ για τον ξύλινο λόγο  που επιχωριάζει στις αίθουσες  διδασκαλίας και που κυριαρχεί στις  μεταφράσεις των αρχαιοελληνικών  κειμένων, τις οποίες τελευταία αφειδώς  εκδίδουν και διαφημίζουν οι διάφοροι  εκδοτικοί οίκοι. Η φροντιστηριακή  μετάφραση τείνει να αποτελέσει  καθεστώς σε ένα ημίγλωσσο αναγνωστικό  κοινό.Η Κοσεγιάν σέβεται τον ελληνικό λόγο.  Και πρώτα και κύρια τον γνωρίζει.  Αξιόλογα δείγματα μας έχει δώσει και  με τα λογοτεχνικά της κείμενα. Στην  εμπεριστατωμένη Γενική Εισαγωγή της δίνει τις βασικές αρχές πάνω στις  οποίες στηρίχτηκε η μετάφραση του  κειμένου. Ασυνήθιστο αυτό•σημαντικό  όμως. Πέρα από τα άλλα, δηλώνει ότι η  μεταφράστρια δεν παραδίδεται στο  φιλολογικό της ένστικτο ή στα  κρατούντα μεταφραστικά παραδοσιακά  δρώμενα, αλλά προβληματίζεται σοβαρά,  επιλέγοντας δικό της δρόμο που την  οδηγεί ασφαλέστερα στην Αληθή Ιστορία.  Η μεταφραστική ρουτίνα την αφήνει  ασυγκίνητη.Έτσι, κρατάει το ύφος και τις βασικές  δομές του πρωτότυπου κειμένου.  Άλλωστε, τα κείμενα αυτού του είδους  δεν έχουν απολέσει τα βασικά τους  υφολογικά και δομικά γνωρίσματα, κι ας  κύλησαν από τότε που γράφτηκαν τόσοι  αιώνες. Μιλούμε πάντα για την ελληνική  γλώσσα που κατεβαίνει η ίδια από την  πρώτη της κοιτίδα και φτάνει έως εμάς.  Από τον θησαυρό της αντλεί κάθε φορά τη  λέξη ή τις λέξεις και τις δομές που  υπαγορεύουν οι εκάστοτε μεταφραστικές  λειτουργίες. «Διατηρούνται, θα μας πει,  οι λέξεις που είναι ίδιες ή σχεδόν  ίδιες με τη Νέα Ελληνική και δεν  αντικαθίστανται από συνώνυμες». Κι  ακόμη, «Χρησιμοποιούνται, θα  προσθέσει, στη μετάφραση ίδιας ρίζας  λέξεις με της Αρχαίας Ελληνικής […],  ώστε να μην αφήσουμε ανεκμετάλλευτο το  απέραντο μεταλλείο από λέξεις, παλιές  και νεότερες, που μπορούν να εκφράσουν  κάθε έννοια και κάθε αίσθημα, ζωντανά κι ευθύβολα, με πλήθος αποχρώσεις».  Αυτό το τελευταίο συμπέρασμα ανήκει  στον Μάριο Πλωρίτη •η μεταφράστρια το  υιοθετεί•το ίδιο κι εμείς. Όλος ο  πλούτος της ελληνικής γλώσσας από τότε  που ακούστηκε ελληνικός λόγος πάνω στη  γη ίσαμε σήμερα είναι δικός μας• μας  ανήκει• μπορούμε να τον αντλούμε• χρέος  μας να τον αξιοποιήσουμε. Ένας μόνον  είναι ο όρος που τίθεται: να  προσαρμόζεται αυτός ο θησαυρός στη  μορφολογία του σημερινού μας λόγου.  Ενώ, από την άλλη μεριά, η μεταφράστρια  στέκεται με δέος εμπρός στον  αρχαιοελληνικό λόγο. Γράφει: «Εμείς  πραγματοποιήσαμε μια μετάφραση με  παιδαγωγικούς στόχους, για  παιδαγωγική χρήση μέσα στη διδακτική  αίθουσα. Πεποίθησή μας είναι ότι ο  αρχαίος ελληνικός λόγος έχει τον  πρώτιστο ρόλο και η μετάφραση οδηγεί  στο να τον κατανοήσουμε και όχι να τον  αντικαταστήσουμε».Είναι μια στάση κι αυτή, ανάμεσα στις  άλλες, απέναντι στον αρχαιοελληνικό  λόγο. Νιώθεται, και όταν ακόμη δεν  είναι η δική σου στάση. Μ’ αυτό δεν θέλω  να πω ότι διαφωνώ• απλώς τη σημειώνω.  Έχει ενδιαφέρον. Άλλωστε, το πρόβλημα  της μετάφρασης κάθε λόγου σε μιαν άλλη  γλώσσα ή της μεταφοράς του σε νεότερες μορφές της ίδιας γλώσσας έχει  προκαλέσει και θα προκαλεί και στο  μέλλον φιλολογικούς καυγάδες. Δεν  είναι της ώρας. Πάντως, ο άνθρωπος που  αντίκρισε το «ακανθώδες» αυτό θέμα  συστηματικότερα και συνετότερα από  οποιονδήποτε άλλον, στην ελληνική  βιβλιογραφία τουλάχιστον, είναι ο  κορυφαίος φιλόλογος του εικοστού  αιώνα Γιάννης Κακριδής. «Το  Μεταφραστικό Πρόβλημα», έργο δικό του  ώριμο, θα δείχνει ες αεί τους δρόμους  της μετάφρασης.Φυσικά, το φιλολογικό αυτό πρόβλημα η  κ. Κοσεγιάν φρονίμως ποιούσα δεν το  συζητεί• ωστόσο το επισημαίνει. Δεν  χρονοτριβεί με τέτοια •άλλη είναι η  αποστολή της• πορεύεται κατευθείαν  στον σκοπό της και πετυχαίνει. Το έργο  της θα μπορούσε να γίνει σχολικό  εγχειρίδιο, για να το χαίρονται  δάσκαλοι και μαθητές.

(Δημοσιεύεται στο Φιλόλογο, τ. 141, Ιούλιος -Σεπτέμβριος 2010)