Χαρά Κοσεγιάν

Φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης.
Subscribe

Archive for the ‘Φιλολογικά Θέματα’

H ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ ΣΤΗ ΡΟΔΟ

September 19, 2008 By: Χαρά Κοσεγιάν Category: Φιλολογικά Θέματα 1 Comment →

Δημοσιεύτηκε στα Δωδεκανησιακά Χρονικά, τ. ΚΑ¨, Ρόδος 2007

H ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ ΣΤΗ ΡΟΔΟ

Μπορούμε να κάνουμε λόγο για ανθρωποθυσίες;

Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύριλλος [4ος με 5ος αι. μ. Χ.]1 προκειμένου να μιλήσει για φυσικά στοιχεία που έπαιρναν ανθρώπινη λαλιά και με αυτόν τον τρόπο εξασκούσαν τη μαντική, ανέφερε τη δρυ της Δωδώνης, το ιερό δέντρο του μαντείου , που κατά το Φιλόστρατο2, μεταχειριζόταν και ανθρώπινη λαλιά [άποψη που ίσως να υποκρύπτει την πεποίθηση ότι στους παλαιότατους χρόνους εκεί κατοικούσε ο ίδιος ο Θεός.3].

Στο ίδιο όμως σημείο αναφέρει και παραπομπή από τον Ισίγονο τον Κιττιέα4, πως και στο νησί της Ρόδου ο ταύρος του Δία δεν έμεινε χωρίς τη δική μας (ανθρώπινη) λαλιά»5
Διαμεμνήσομαι δε και της εν Δωδώνηι δρυός, ήν και ανθρωπείαι φησί (Φιλόστρατος) κεχρησθαι φωνήι. Και μην και Ισίγονος ο Κιττιεύς εν Ροδωι τηι νήσωι τον του Διός ταυρόν ουκ αμοιρησαι λόγου του καθ’ ημας.6  Το χωρίο θέτει προς συζήτηση αφενός το θέμα της λατρείας του Δία στη Ρόδο και αφετέρου το ζήτημα των ανθρωποθυσιών -ή όχι- προς τιμήν του Θεού. Αλλά ας ξεκινήσουμε από το συγγραφέα.
Η φιλολογική έρευνα βεβαιώνει πως ο Ισίγονος είναι η μοναδική φορά που αναφέρεται από τον Κύριλλο ως Κιττιεύς, ενώ ο Muller παρότι γράφει Κιττιεύς,  εκδίδει το χωρίο ως απόσπασμα 4 του Ισιγόνου του Νικαιέως7,  γνωστού παραδοξογράφου8 υποθέτοντας ότι ο Κύριλλος δεν έχει ορθή παραπομπή. Ο Αν. Βοσκός όμως υποστηρίζει ότι ήταν τουλάχιστον παράξενο να αντικατέστησε ο μελετητής -και μάλιστα ένας του ύψους του πατριάρχη Κυρίλλου- ένα γνωστό όνομα με ένα άγνωστο. Πιθανότερο μοιάζει να διασταύρωσε τις πηγές του και να πρόκειται για υπαρκτό πρόσωπο, διαφορετικό από αυτό του Νικαιέα, συγγραφέα καταγόμενο από το Κίτιο της Κύπρου.9
Η λατρεία του Δία στη Ρόδο παραπέμπει στο Αταβύριον όρος. Ο Στέφανος ο Βυζάντιος κάνει λόγο για Αταβύριο Δία που λατρευόταν πάνω στον Ατάβυρο, όρος που με το ίδιο όνομα υπάρχει και στη Σικελία , ενώ πρωτοονομάστηκε έτσι από Τελχίνα, πρώτο δηλαδή κάτοικο της Ρόδου.10
Ο Διόδωρος11, όπως και ο Απολλόδωρος12  συνδέει τη λατρεία του Δία με τη μετοίκηση των Κρητών την περίοδο που ο Αλθαιμένης [για να μην εκπληρωθεί ένας παλιός χρησμός και  γίνει φονιάς του πατέρα του ] κατέπλευσε από την Κρήτη στην Κάμειρο, ίδρυσε σε σημείο που να κοιτάζει την πατρική του γη, την Κρητηνία, και αφού ανέβηκε στον Ατάβυρο «εθεάσατο τας πέριξ νήσους» και είδε και την Κρήτη και θυμήθηκε τους πατρικούς του θεούς- των πατρώων υπομνησθείς Θεών- ίδρυσε το βωμό του Αταβυρίου Διός13, φανερώνοντας την απευθείας σχέση της λατρείας του Δία στην Κρήτη και στη Ρόδο, γεγονός που θα αποτελέσει κομβικό στοιχείο της ανάλυσής μας στη συνέχεια.

Η λατρεία του πατέρα των Θεών και των ανθρώπων σχετίζεται άμεσα με τους μύθους της δημιουργίας, με την εκθρόνιση του Κρόνου και με την επιβολή και κυριαρχία του Δία ως πρώτου θεού ανάμεσα σε ίσους. Μετά την προφητεία της Γης και του Ουρανού14 προς τον Κρόνο πως ένας από τους γιους τους  θα τον εκθρόνιζε , ο φοβερός θεός άρχισε να τρώει τα παιδιά του. Η γυναίκα του Ρέα εξοργίστηκε. Γέννησε τον τρίτο γιο της , το Δία, μέσα στην καρδιά της νύκτας, στο όρος Λύκαιο της Αρκαδίας, όπου τα πλάσματα δεν έχουν σκιά κι αφού τον έλουσε στον ποταμό Νέδα, τον έδωσε στη Μητέρα Γη. Αυτή τον μετέφερε στο Λύκτο της Κρήτης, τον έκρυψε στο σπήλαιο της Δίκτης, στο όρος Αιγαίο κι άφησε να τον αναθρέψουν η Μελία- νύμφη Αδράστεια, η αδελφή της Ιώ και η Γίδα- νύμφη Αμάλθεια. Γύρω στο χρυσό λίκνο του Δία, που κρεμόταν από ένα δέντρο [ώστε ο Κρόνος να μην μπορεί να τον βρει ούτε στον ουρανό, ούτε στη γη, ούτε στη θάλασσα] στέκονταν οι ένοπλοι Κουρήτες, οι γιοι της Ρέας, που θα τους δούμε και παρακάτω στην αναφορά του μύθου του Ζαγρέα. Χτυπούσαν τα δόρατά τους πάνω στις ασπίδες τους και  φώναζαν για να πνίξουν το κλάμα του μωρού, μην τύχει κι ο Κρόνος το ακούσει από μακριά. Η συνέχεια του γνωστού μύθου καλύπτει την Τιτανομαχία με την τελική  συντριπτική νίκη του Δία και την καθιέρωσή του ως πατέρα θεών και ανθρώπων.
Ο πολύ γνωστός όμως αυτός μύθος μαζί με εκείνον του Ουρανού και του Κρόνου, παραπέμπει σε ένα προελληνικό  θρησκευτικό σύστημα, λίγο πριν τις «ελληνικές [από το βορρά] εισβολές στις πατριαρχικές και μητριαρχικές πεποιθήσεις»15 μύθων με χεττιτικές επιρροές και αντιλήψεις. Στους πρώτους μύθους δεν υπήρχε Θεός. Λατρευόταν η Μεγάλη θεά – με ουράνιο σύμβολο τη Σελήνη / γυναίκα- σε συνδυασμό με την ενιαύσια διαδρομή του Ήλιου/ άνδρα.  Πρέπει  να γίνει κατανοητό ότι για τους ανθρώπους στην αυγή του πολιτισμού ο κύκλος της ζωής εξαρτιόταν από τη θέληση της φύσης, την οποία αντιπροσώπευε μια θεά, σύζυγος και μητέρα, μια ένθρονη στεατοπυγική μορφή με υπερμεγέθη στήθη. «Ο φοβισμένος, όχι τελείως εξανθρωπισμένος σύζυγός της [και συγχρόνως γιος της] εξουσίαζε τον ουρανό, τ’ αστέρια και τη σελήνη – η χάση και η φέξη της οποίας σηματοδοτούσαν τις μεταπτώσεις στη διάθεση της θεότητας, ενώ ο μηνιαίος κύκλος της καθόριζε τη ζωή πάνω στη γη. Αυτός ο σύζυγός της ήταν ένας άγριος και ατιθάσευτος ταύρος που λάτρευαν οι Ινδοευρωπαίοι λαοί ως τον κατεξοχήν θεό του κύκλου της ζωής στο αστρικό σύμπαν, στο φυσικό και ζωικό βασίλειο, στους ανθρώπους και τα πνεύματα»16
Στο Χεττιτικό μύθο του απλοϊκού Απού η φυλετική νύμφη διάλεγε έναν ετήσιο εραστή , ένα βασιλιά που θα θυσιαζόταν όταν το έτος τελείωνε και τον έκανε σύμβολο της γονιμότητας κι όχι αντικείμενο της ερωτικής της απόλαυσης. Το αίμα του βασιλιά ραντιζόταν [όπως πετιούνταν και τα γεννητικά όργανα του Ουρανού κομμένα από τους Τιτάνες]  και χρησίμευε για να γονιμοποιούνται τα δέντρα , τα γεννήματα και τα κοπάδια, ενώ τη σάρκα του την έτρωγαν ωμή η βασίλισσα και οι συντρόφισσές της νύμφες, έτσι όπως τα κατοπινά χρόνια, στην πατριαρχική εποχή, βλέπουμε τον Κρόνο να τρώει τα παιδιά του.
Αργότερα, η τακτική αυτή βελτιώθηκε κι ο βασιλιάς πέθαινε αμέσως μόλις η δύναμη του ήλιου, με τον οποίο ο βασιλιάς ταυτιζόταν ,άρχιζε να ελαττώνεται το φθινόπωρο. Κι ένας άλλος νέος, ο δίδυμός του, γινόταν τότε εραστής της βασίλισσας για να θυσιαστεί κι αυτός το μεσοχείμωνο και για ανταμοιβή να μετενσαρκωθεί σε προφητικό φίδι. Οι σύνευνοι αυτοί απέκτησαν εκτελεστική εξουσία μόνο όταν τους δόθηκε η άδεια να αναπληρώνουν τη βασίλισσα φορώντας τη μαγική της αμφίεση. Έτσι ενώ ακόμα ίσχυε η μητριαρχία, η ανδρική βασιλεία αναπτύχθηκε και ο Ήλιος έγινε σύμβολο της ανδρικής γονιμότητας, αλλά παρέμεινε υπό την κηδεμονία της βασίλισσας για πολύ καιρό ακόμα μετά το ξεπέρασμα της μητριαρχικής φάσης.17 Η υποχώρηση της λατρείας της Σελήνης σε σχέση με τον Ήλιο φαίνεται και από προελληνικές απεικονίσεις της ιέρειας της Σελήνης που καβαλικεύει θριαμβευτικά τον ήλιο- ταύρο, το θύμα της. 18 Στην Κρήτη, ενισχυτικά με όλα αυτά, στην αυγή του πολιτισμού,  λατρευόταν ένας ταυρόμορφος θεός που ήταν σύζυγος της μητέρας –θεάς. 19
Από τα όσα μέχρι τώρα είπαμε ανιχνεύουμε ήδη σχέσεις των προελληνικών, ανατολικών  αυτών μύθων με τη Ρόδο. Η πρώτη είναι η ίδια η προέλευσή τους. Η σχέση της Ρόδου με τους Χετταίους είναι γνωστή20 και μπορεί πράγματι να μην ήταν το νησί όπως υποστηρίζουν κάποιοι θεωρητικοί η έδρα του γνωστού από τις χεττιτικές πηγές βασιλείου των  Ahhijava, αλλά κάποιες μετοικήσεις ή μικροί αποικισμοί ανιχνεύονται εύκολα. Το ίδιο όπως συμβαίνει με  αποικίες από τη μινωϊκή Κρήτη, ή από τη Φοινίκη ή και άλλο προελληνικό στοιχείο που εμφανίζεται εξαπλωμένο σε ολόκληρο το Αιγαίο.21 Το ίδιο μάλιστα το όνομα του βουνού «Ατάβυρος» ,είναι σύμφωνα με το Morelli  τυπικά αιγαιοανατολικής μορφής με ρίζα Καρική, απόδειξη ότι ο πληθυσμός που κατοικούσε τη νήσο είναι προγενέστερος, ακόμα πιο αρχαϊκός.22 Σε αυτό συγκλίνει και η πληροφορία ότι η ακρόπολη της Ιαλυσού- ή άλλο πιο νότιο τμήμα της- 23 είχε ως τα ύστερα χρόνια της αρχαιότητας την ονομασία «Αχαϊα» , γεγονός που κατά τον καθηγητή Σακελαρίου, είναι δηλωτικό ίσως ενός προελληνικού φύλου ,των [πρωτο-] Αχαιών  που ήρθαν στον ελληνικό χώρο πριν από τους πρώτους Έλληνες.24 Την πληροφορία δίνει ο Ερμείας ο Ρόδιος, όπως τη διασώζει  ο Αθήναιος. 25
Παραπέρα, αξίζει να πούμε ότι σε αυτά τα πλαίσια τεκμαίρεται όχι μόνο ή επέκταση των Αχαιών από την Πελοπόννησο στη Ρόδο αλλά και το αντίστροφο. Έτσι, εκτός από το όνομα Αχαιοί που πιθανότατα προήλθε από τη Ρόδο, και το Δαναός αναφέρεται ως όνομα βασιλιά που ήρθε από την Αίγυπτο ,ίδρυσε το ναό της Λινδίας Αθηνάς , στη συνέχεια μετακινήθηκε , πιθανόν με άλλους Ροδίους στο Άργος και έγινε ο ιδρυτής των Δαναών. 26
Μια άλλη σχέση είναι εκείνη της Ρόδου με τη Μινωική Κρήτη. Είπαμε ήδη ότι η λατρεία του Αταβυρίου Διός ήρθε στο νησί από την Κρήτη, μέσω του αποικισμού του Αλθαιμένη, ενός από τους γιους του Μίνωα27. Η μέση εποχή του χαλκού για τη Ρόδο χαρακτηρίζεται από την εμφάνιση μινωϊκών στοιχείων, η οποία κορυφώνεται στην υστερομινωϊκή περίοδο [ΙΑ- ΙΒ]. Οι αντιπροσωπευτικοί οικισμοί στα Τριάντα Ρόδου και τα Σεράγια της Κω κυριαρχούνται , όπως και ανάλογοι σύγχρονοι οικισμοί σε άλλα σημεία του Αιγαίου, από τα στοιχεία του μινωικού πολιτισμού, αν δεν πρόκειται για γνήσιες μινωικές αποικίες.28

Κατά δεύτερο λόγο  ενδιαφέρον παρουσιάζει η ταύτιση του  βασικού Θεού στην αυγή της πατριαρχίας με τον Ήλιο , θεό που κατεξοχήν η Ρόδος τιμούσε29 , ως ιδιοκτήτη και προστάτη του νησιού. Εδώ αξίζει να αναφερθεί πως υπάρχουν παραδόσεις30 που αναφέρουν ότι ο Ορφέας , έκανε ιερά μυστήρια και κήρυσσε στους αγρότες της Θράκης πως ο Ήλιος που τον ονόμαζε Απόλλωνα, ήταν ο μεγαλύτερος από όλους τους Θεούς, [αντιτιθέμενος στη λατρεία του νεοεισαγόμενου Διόνυσου].  Η αρχική λατρεία του Ήλιου σαν πατέρα των πάντων φαίνεται να μεταφέρθηκε στο βόρειο Αιγαίο από τους φυγάδες του ιερατείου του μονοθεϊστή Ακενατόν, κατά το δέκατο τέταρτο αι.π.Χ.  και να μπολιάστηκε στις εγχώριες λατρείες. Εξ’ ου η υποτιθέμενη επίσκεψη του Ορφέα στην Αίγυπτο. Αναμνήσεις από αυτήν την πίστη βρίσκονται στο Σοφοκλή31 , όπου ο ήλιος αναφέρεται ως «η πρεσβύτερη φλόγα προσφιλής στους Θράκες που αγαπούν τα άλογα και ως ο γεννήτορας Θεών και ανθρώπων».   Φαίνεται ότι στη λατρεία αυτή αντιτάχθηκαν οι συντηρητικοί Θράκες ,αλλά οι μεταγενέστεροι ορφικοί ιερείς , που φορούσαν αιγυπτιακή αμφίεση αποκαλούσαν «Διόνυσο» τον ημίθεο που τις σάρκες του ταύρου του έτρωγαν ωμές και φύλαγαν το όνομα «Απόλλων» για τον αθάνατο Ήλιο ,διακρίνοντας το Διόνυσο, ως θεό των αισθήσεων, από τον Απόλλωνα, το θεό της διάνοιας. 32
Επόμενο βασικό προς εξέταση θέμα είναι αυτό της σύνδεσης του Δία με τον ταύρο που παραθέτει ο Ισίγονος στο αρχικό μας χωρίο. Σημαντικότατοι θεοί απ’ όλο το χώρο της Μεσογείου, συνδέονται με τη λατρεία του ταύρου, συμβόλου της γονιμότητας και της ευφορίας της Γης, όπως είναι η Ιστάρ, θυελλώδης θεά της γονιμότητας, ο Βάαλ, χανανιτικός πατέρας- Θεός, ο Τεσούμπ, χεττιτικός θεός των καταιγίδων, ο Χάζζι, Χεττιτικός και χουριτικός θεός των ορέων του οποίου απεικονίσεις με μορφή μινώταυρου κοσμούν ακόμη τουλάχιστον, τον εξαίρετο ναό στην Ain Dara της Συρίας, η Κυβέλη. Δίες συνδεόμενοι είναι ο Δίας Θαλλός, φρυγικός θεός των βοοειδών, ο Δίας Βροντών, ιωνικός θεός των αγροτικών ζώων, ο Ζευς Δολιχηνός κι ο Ζευς Ηλιοπολίτης, όπως κι άλλες θεότητες συνδεόμενες με τον ουράνιο, το γήινο, τον ανθρώπινο κύκλο ζωής, σύμβολο ή έμβλημα των οποίων είναι ο ταύρος33
Στον Ελλαδικό χώρο, είναι γνωστό πως ίσχυε τόσο στη μυθολογία- θυμίζουμε το μύθο της Ευρώπης, της Πασιφάης, όσο και της Ιούς- , όσο και στη λατρεία. Θυμίζουμε χαρακτηριστικά πως από την Ιώ, που μεταμόρφωσε η Ήρα σε αγελάδα [ή ταύρο] γεννήθηκε στην Αίγυπτο , όπου κατέληξε μετά την περιπλάνησή της στην Ασία,( απόδειξη της μεγάλης σχέσης αυτών των κοσμογονικών και θεογονικών συστημάτων που εμφανίζονται σε ολόκληρο το μεσογειακό χώρο- ) ο Έπαφος που έσμιξε με τη Μέμφιδα, κόρη του θεού –ποταμού Νείλου, και γέννησε το Βάαλ [χανανιτικό θεό των καταιγίδων].  Δισέγγονη του Επάφου ήταν η Ευρώπη, πριγκιποπούλα της Φοινίκης, που πήρε ο ταύρος του Δία, την πήγε στην Κρήτη όπου γέννησε το Μίνωα, μυθικό βασιλιά της Κνωσού. Κι αυτός ο ταύρος είναι που αργότερα έγινε ο αστερισμός του ταύρου.34
Η σχέση ωστόσο των θυσιών μικρών ταύρων35 , που και η ανασκαφική έρευνα έχει αποδείξει –σύμφωνα με πληροφορίες του Μorelli που κάνει λόγο για  «μεγάλο αριθμό μπρούτζινων ταύρων»36 – , με τον Ατάβυρο, είναι πολύ σημαντική, γιατί σύμφωνα με  τις πηγές κάποια χάλκινα βόδια μούγκριζαν όταν κάποιο κακό πλησίαζε την πόλη.37 Υπάρχουν βεβαίως περιπτώσεις που ο ταύρος αντί για ευφορία και ευγονία έφερνε καταστροφή αποδεικνύοντας την οργή των θεών. Αν δηλαδή οι θεοί θύμωναν έστελναν ταύρους που ξεφυσούσαν φλόγες.38
Όπως ωστόσο σημειώνει ο Cook τόσο η παραλλαγή του Τζέτζη όσο και η του Ισιγόνου εμφανίζουν δυσοίωνη ομοιότητα με τις διηγήσεις για τον χάλκινο ταύρο που κατασκεύασε ο Πέριλλος για τον τύραννο του Ακράγαντα Φάλαριν39, καθώς μάλιστα ο Ακράγαντας είναι γνωστή αποικία  της Ρόδου40 , που έχει και ιερό αφιερωμένο στον Αταβύριο Δία.41   Στο κούφωμα εκείνο λοιπόν του ογκώδη ταύρου έκλειναν όποιον ήθελαν  να τιμωρήσει ο τύραννος κι άναβαν φωτιά από κάτω , με αποτέλεσμα οι απελπισμένες κραυγές του αθέατου και φρικτά βασανιζόμενου ανθρώπου να δίνουν σε όσους δεν γνώριζαν την πραγματικότητα, την εντύπωση ομιλούντος ταύρου42. Σύμφωνα μάλιστα με τη διήγηση πρώτος βασανίστηκε ο κατασκευαστής του χάλκινου ταύρου.
Αυτή την πληροφορία και τη σύνδεση φαίνεται, κατά τον Ευαγγελίδη να κάνει και ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύριλλος, με τη διαφορά ότι αυτός υπέθετε ότι  οι ριπτόμενοι μέσα στο χάλκινο αγαλματίδιο του ταύρου «εμυκώντο ώσπερ ταύροι, εξ ‘ου εμαντεύοντο». Ο ίδιος μάλιστα ο πατριάρχης είχε έρθει προσωπικά τον 4ο αι. στη Ρόδο και είδε το μαντείο και υπέθετε πως ο Ρόδιος Ζευς στον Ατάβυρο, μέσα σε χάλκινο άγαλμα περιείχε ζωντανό πρόσωπο το οποίο αθέατο έδινε χρησμούς. 43
Σύνδεση ανθρωποθυσίας και μαντείας έχουμε μέσω της πληροφορίας που παραθέτει ο Βοσκός ότι έτσι «συνέβη  και με τον Κύπριο μάντη Φρασίον , ο οποίος προφήτευσε στον Βούσιριν ότι η ανομβρία που κατέλαβε την Αίγυπτο θα παύσει αν θυσιάζουν στο Δία έναν ξένο άντρα κάτ’ έτος κι ο Αιγύπτιος βασιλιάς θυσίασε πρώτον τον Κύπριο μάντη» 44
Στο ίδιο κλίμα και ο Frazer που παρουσιάζει το Δία να στέκεται μέσα σε μια κοιλότητα που είχε τη μορφή ενός ταύρου.45       Βλέπουμε πάλι να εμφανίζονται οι ενιαύσιοι κύκλοι βασιλικών θυσιών  που τελούνταν πριν ακόμα την εμφάνιση και επικράτηση του Δωδεκάθεου και της κυριαρχίας του Δία ως πατέρα Θεών και ανθρώπων. Ο Πορφύριος46 αναφέρει ότι την αρχαία εποχή οι Κουρητες της Κρήτης πρόσφεραν στον Κρόνο47 παιδιά κατά τις θυσίες. Το ίδιο, αναφέρει, συνέβαινε και στη Ρόδο το μήνα Μεταγειτνιώνα, δηλαδή τον Αύγουστο. Τους Κουρήτες – ή Κορύβαντες- ήταν που είχε βάλει κι ο Δίας να φυλάνε το λίκνο του γιου του Ζαγρέα στο Ιδαίο Άντρο κι αυτοί  πηδούσαν γύρω του κρούοντας τα όπλα τους, όπως είχαν κάνει και για τον πατέρα του, Δία στη Δίκτη. Οι Τιτάνες δελέασαν το Ζαγρέα και τον απήγαγαν για να τον κατασπαράξουν.48   Στο τέλος όμως ο Ζεύς χτύπησε και σκότωσε τους Τιτάνες με κεραυνούς49, τόσο για να τους τιμωρήσει επειδή σκότωσαν το γιο του, αλλά κυρίως για να τερματίσει τις φρικτές τους συνήθειες .
Η νέα παραπομπή είναι απευθείας στην ετήσια θυσία αγοριού που γινόταν στην Κρήτη50. Το αγόρι ήταν το υποκατάστατο του Μίνωα, του ταύρου – βασιλιά. Το αγόρι βασίλευε για μια μόνο μέρα , εκτελούσε ένα χορό που παρίστανε τις πέντε εποχές – λιοντάρι , τράγο , άλογο, φίδι, μοσχαράκι- κι ύστερα το έτρωγαν ωμό. 51 Αρκεί να θυμηθούμε και τον πολύ γνωστό μύθο του Μινώταυρου και τους έξι νέους και νέες που έπρεπε κάθε χρόνο να στέλνουν από την Αθήνα ,θυσία σ’ αυτόν προς εξευγενισμό του. Ο Θησέας –νέος ήρωας- κατάφερε να τους γλιτώσει από τη συμφορά να σκοτώσει το τέρας με τις άνομες-πρωτόγονες-  συνήθειες.

Στην Κρήτη52, ωστόσο, το ανθρώπινο θύμα αντικαταστάθηκε γρήγορα από ένα κατσικάκι . Στη Θράκη από ένα μοσχαράκι. Ανάμεσα στους Αιολείς που λάτρευαν τον Ποσειδώνα από ένα πουλάρι. Αλλά στις καθυστερημένες περιοχές της Αρκαδίας εξακολουθούσαν να θυσιάζουν και να τρώνε αγοράκια ως τη Χριστιανική εποχή ακόμα. Δεν είναι σαφές αν η ηλειακή τελετουργία ήταν κανιβαλική , ή αν , επειδή ο Κρόνος ήταν ο Κόρακας – Τιτάν, με τα σφαγμένα θύματα τρέφονταν τα κοράκια.53

To θέμα μάλιστα της ανθρωποθυσίας στα επόμενα χρόνια έγινε αποτρόπαιο και προκαλούσε απέχθεια σε βαθμό που να επινοηθούν μύθοι που να αφορούν τον ίδιο το Δία, ο οποίος ετίθετο επικεφαλής στην καταδίκη τους. Χαρακτηριστικό σε αυτό ήταν ο μύθος του Λυκάονα , που εκπολίτισε την Αρκαδία και καθιέρωσε τη λατρεία του Δία Λυκαίου, από τα πιο μεγάλα ιερά της λατρείας του Δία στην Ελλάδα. Εξόργισε όμως το Δία γιατί θυσίασε προς τιμήν του ένα αγόρι. Εκείνος μεταμορφώθηκε σε λύκο και το σπίτι του χτυπήθηκε από αστραπή.54 «Η ιστορία του Δία και των σπλάχνων του αγοριού δεν είναι τόσο μύθος –σημειώνει ο Γκρέιβς- όσο ηθικό ανέκδοτο που εκφράζει την απέχθεια που αισθάνονταν στα περισσότερο πολιτισμένα μέρη της Ελλάδας για τις αρχαίες κανιβαλικές συνήθειες της Αρκαδίας , τις βάρβαρες και  αφύσικες –κατά τον Πλούταρχο στον Πελοπίδα- που εξακολουθούσαν να τις τελούν εν ονόματι του Δία.»55
Βάση μιας άλλης μάλιστα εκδοχής σύμφωνα με την οποία ήταν οι γιοι του Λυκάονα που μαγείρεψαν στο Δία μαγειρίτσα ανακατεμένη με τα σπλάχνα του αδερφού τους Νύκτιμου56 και προκάλεσαν τη μήνι του θεού σε τέτοιο βαθμό , ώστε να θέλει να εξαφανίσει το ανθρώπινο στοιχείο από τη Γη, εξαπολύοντας μεγάλο κατακλυσμό.57 Μετά όμως τη σωτηρία και την αναβίωση του ανθρώπινου γένους υπάρχουν παραδόσεις που βεβαιώνουν ότι στο Λύκαιο Δία εξακολουθούν – σε πείσμα του πολιτισμού- οι βοσκοί να θυσιάζουν ένα αγόρι, να σιτίζονται με αυτό κι ένας που με κλήρο επιλέγεται να τρώει τα σπλάχνα του, ουρλιάζει σα λύκος , κρεμάει τα ρούχα του σε μια βελανιδιά , διασχίζει κολυμπώντας το ρέμα και γίνεται λυκάνθρωπος. Ζει με τους λύκους 8 χρόνια, αλλά αν δεν ξαναφάει άνθρωπο επιστρέφει 58, παίρνει τα ρούχα του και γίνεται πάλι άνθρωπος. [Η παράδοση μάλιστα θέλει τον Ολυμπιονίκη Δάμαρχο, να έχει ζήσει μια τέτοια περιπέτεια.]59
Οι Αρκάδες – όπως είναι γνωστό- αποίκησαν την Κύπρο. 60
Στην Κύπρο οι μαρτυρίες για ανθρωποθυσίες είναι περισσότερο συγκεκριμένες. Ο Λακτάντιος αναφέρει ότι ο Τεύκρος θυσίασε ανθρώπινο σφάγιο στο Δία κι αυτή η θυσία διατηρήθηκε από τους απογόνους του ως τα χρόνια του Αδριανού. 61 H πληροφορία δίνεται και από τον Πορφύριο και μάλιστα με χαρακτηριστικές λεπτομέρειες62.  Σημειώνει δε ο Βοσκός63 για τα συνδυασμένα ευρήματα: « Η βουθυσία στην Κύπρο64 είναι όντως παλαιότατη κατά τα αδιάψευστα αρχαιολογικά τεκμήρια , με πιο εντυπωσιακή την παράσταση τελετουργικού άρματος πάνω στο οποίο μεταφέρεται ταύρος για θυσία που βρέθηκε στην Έγκωμη…»  Παλαιότατη –βεβαίως- είναι και η λατρεία του Δία στην Κύπρο. Θα άξιζε μάλιστα να αναφέρουμε ότι σε χάλκινη  κεφαλή που βρέθηκε στους Σόλους της Κύπρου εικονίζεται ο Δίας, μεταπλασμένος στην Αίγυπτο σε μια νέα θεότητα με διπλή ιδιότητα, το Δία- Άμμωνα, να είναι διπλά κερασφόρος στο μέτωπο, ως ταύρος.65
Ωστόσο – υποστηρίζει ο Γκρέιβς- η νίκη των Αχαιών τερμάτισε την παράδοση των βασιλικών θυσιών. Οι Αχαιοί κατέταξαν το Δία και τον Ποσειδώνα ως αθανάτους εικονίζοντάς τους και τους δύο σαν οπλισμένους με το καμάκι, ενώ στα χέρια του Δία διατηρήθηκε ως σύμβολο ανώτατης εξουσίας κι έτσι υποχώρησε η λατρεία του Ήλιου στον αντίποδα της Σελήνης. 66
Θα άξιζε πάντως να αναφέρουμε ότι το θέμα δεν αποτελεί ούτε για τους αρχαίους67, αλλά ούτε και για τους σύγχρονους ερευνητές ευχάριστο θέμα ,και είναι αξιοπαρατήρητο πώς επινοούνται εκ των υστέρων αστήρικτες εξηγήσεις για να ερμηνεύσουν προγενέστερες δράσεις για πράγματα που ούτως ή άλλως ομολογούνται ως «μυστηριώδη», προσιτά μόνο σε μυημένους.68

Συμπεράσματα

Η λατρεία του Δία στο Αταβύριον όρος είναι η αρχαιότερη μορφή λατρείας στη Ρόδο, φερμένη από τη Μινωϊκή Κρήτη69. Σχετίζεται άμεσα με τους μύθους της δημιουργίας, πριν και έως  την επιβολή και κυριαρχία του Δία ως πρώτου θεού ανάμεσα σε ίσους. Οι πρώτοι όμως μύθοι που συνδέονται με το Δία  παραπέμπουν σε ένα προελληνικό θρησκευτικό σύστημα, σε μύθους με χεττιτικές επιρροές και αντιλήψεις, της λατρείας της Μεγάλης θεάς που ταυτιζόταν με τη Σελήνη σε συνδυασμό με την ενιαύσια διαδρομή και θυσία στη συνέχεια του Ήλιου, κατά τη διάρκεια της μητριαρχικής φάσης και πριν το πέρασμα στην πατριαρχία και την τελική επικράτηση του Ήλιου –άντρα- βασιλιά.
Ο Ήλιος για τη Ρόδο ως ιδιοκτήτης και προστάτης του νησιού, είχε εξέχουσα θέση στη θρησκεία. Οι μύθοι που τον αφορούν ως τελικό επικρατήσαντα στη μάχη με τη Σελήνη/ γυναίκα κι εκείνοι που αφορούν το Δία ως νικητή στην μάχη με τον Ουρανό και τον Κρόνο παρουσιάζουν μια ενδιαφέρουσα ομοιότητα και επεξηγούν ισως όχι το πώς ήρθε η λατρεία του Δία στο νησί, αλλά το πώς ρίζωσε εδώ κι εξελίχτηκε παράλληλα με τη λατρεία του Ήλιου, κορυφαίου θεού του νησιού, και κατά το Διόδωρο τιμημένο περισσότερο απ’ όλους. Οι προελληνικοί όμως αυτοί μύθοι περιελάμβαναν ανθρωποθυσίες και ταύρους που φαίνεται όμως πως  η νίκη των Αχαιών τερμάτισε και αντικατέστησε με σφάγια την παράδοση των βασιλικών θυσιών, ενώ ανάγκασε [σε άλλες πόλεις] σε υποχώρηση και τη λατρεία του Ήλιου που ίσχυε πριν , στον αντίποδα της Σελήνης.

Έτσι οδηγούμαστε στην υπόθεση ότι το θέμα της ανθρωποθυσίας μοιάζει να είναι ζήτημα σύγκρουσης πολιτισμών70. Από τη μια η νέα θρησκεία που ευαγγελίζεται το καινούργιο και την πρόοδο , παριστάνεται από το Δία που ως πατέρας των θεών και των ανθρώπων θέλει το καλό του γένους και αρνείται τη φρικαλεότητα των ανθρώπινων σφαγίων και από την άλλη, η εμμονή στα προηγούμενα σχήματα , στην προηγούμενη λατρεία και τις κανιβαλικές της συνήθειες, αρκεί να θυμηθούμε τους Κίκονες, τους Λαιστρυγόνες και τους Κύκλωπες, 71 που εντοπίζεται κυρίως σε κορυφές βουνών ή σε λατρευτικούς χώρους με μεγάλη παράδοση και ιστορία. Οφείλουμε όμως να πούμε ότι γίνεται  όπου, όποτε και αν, για λόγους εξαγνισμού , όπως λ.χ. ο Αγαμέμνονας που κλήθηκε, κατόπιν προτροπής μάντη, να θυσιάσει την Ιφιγένεια στην Αυλίδα, για να εξευμενίσει την Αρτεμη, ήταν ο άνθρωπος έτοιμος, αλλά η ίδια η θεά αρνήθηκε την προσφορά και αντικατέστησε με ελάφι το ανθρώπινο σφάγιο. Στο  Αταβύριον ,λοιπόν, όρος τελείται –αν τελείται-, είτε, όπως υποστηρίζει ο Κύριλλος, προκειμένου να εκμαιευθεί εξαιρετική μαντεία, είτε ως «φαρμακόν» στο Δία, «όταν μέλληι τι τη πόλει γίνεσθαι κακόν» και προκειμένου για την αποφυγή του, όπως σε ανάλογη περίπτωση έκαναν και οι Φοίνικες, 72ακόμα έστω κι αν ο ίδιος ο Θεός δεν το θέλει, σε μια προσπάθεια να φανεί πόσα πολλά, είναι διατεθειμένοι οι άνθρωποι να χάσουν προς τιμήν του, αλλά και πόσο ψηλά, ειδικά στην αυγή του πολιτισμού, στεκόταν ο Θεός από τον άνθρωπο.

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Pedro Azara, «Χρυσός μόσχος: Ο Ταύρος στη συλλογική φαντασία της Αρχαίας Μεσογείου», στο Ο Ταύρος στο Μεσογειακό κόσμο, Μύθοι και Λατρείες, Υπουργείο Πολιτισμού, Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού, Πολιτιστική Ολυμπιάδα 2001-2004, Αθήνα 2003
Σαπφώ Αθανασοπούλου, «Ο ταύρος στην Ελληνική Μυθολογία», στο Ο Ταύρος  στο Μεσογειακό κόσμο, Μύθοι και Λατρείες, Υπουργείο Πολιτισμού, Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού, Πολιτιστική Ολυμπιάδα 2001-2004, Αθήνα 2003
Ανδρέα Βοσκού, Αρχαία Κυπριακή Γραμματεία, τ. 3, Πεζογραφία, Ίδρυμα Αναστ. Λεβέντης, Λευκωσία 2002
Ρόμπερτ Γκρέϊβς, Οι Ελληνικοί μύθοι, τ. α΄, Πλειάς- Ρουγκάς, Αθήνα 1979
Clara Rhodos, Vol. II, Instituto Storico Archeologico  Rodi, 1932
Α.B. Cook: Zeus , A Study in Ancient Religion,  Cambridge University  Press 1914-1925, ΙΙ
Κύριλλος Aρχιεπίσκοπος Αλεξανδρείας, Contra Julianum, Lib. III, 88, Patrologiae Graecae, tomus 76, Brepols.
Ευγ. Δερεχάνη, Το όρος Λύκαιο και οι Αρχαίοι Αρκάδες, Συλλογος Άνω Καρυωτών Αρκαδίας, Αθήνα 1997
Τρύφων Ευαγγελίδης, «Εκκλησία Ρόδου», στο Επετηρίς Εταιρείας Βυζαντινών Σπουδών, τ. ΣΤ΄, Αθήναι 1929
J. G. Frazer, Apollodorus I, 327 , London 1921
Jane Ellen Harrison, Ορφέας και Ορφικά Μυστήρια, προλεγόμενα στη μελέτη της Ελληνικής θρησκείας, Ιάμβλιχος , 1995
Α. Lesky, Ιστορια της Αρχαίας Ελληνικής Λογοτεχνίας, εκδ. Κυριακίδη, Θεσσαλονίκη,1981, μετφρ .Αγαπ. Τσοπανάκη
D. Μοrelli,   I Culti in Rodi, Pisa, 1959
Ιωάννης Παπαχριστοδούλου , Οι Αρχαίοι Ροδιακοί Δήμοι: Ιστορική Επισκόπηση- Η Ιαλυσία , βιβλιοθήκη της εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας, αρ. 110, Αθήνα 1989
M .Sakellariou, Peuples prehelleniques d’ origine indo-europeene, Athenes, 1977
Κώστας Φωτίου , «Η ηγεμονία της Ρόδου στη Μεσόγειο», Δωδεκανησιακά Χρονικά, τ. ΙΓ΄, Αθήνα 1989
Σοφοκλής Χατζησάββας, «Ο ταύρος στην Αρχαία Κύπρο», στο Ο Ταύρος στο Μεσογειακό κόσμο, Μύθοι και Λατρείες, Υπουργείο Πολιτισμού, Οργανισμός Προβολής Ελληνικού Πολιτισμού, Πολιτιστική Ολυμπιάδα 2001-2004, Αθήνα 2003
Π.Ν. Χρήστου Ελληνική Πατρολογία ,τ. Δ΄: Περίοδος θεολογικής ακμής Δ΄και Ε΄αι. , Θεσσαλονίκη (Κυρομάνος) 1989, Πατριαρχικόν Ίδρυμα Πατερικών Μελετών.

Χαρά Κοσεγιάν, δ.φ.
Φιλόλογος- συγγραφέας

H ΛΑΤΡΕΙΑ ΤΟΥ ΔΙΑ ΣΤΗ ΡΟΔΟ
Μπορούμε να κάνουμε λόγο για ανθρωποθυσίες;

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύριλλος [4ος με 5ος αι. μ. Χ.] προκειμένου να μιλήσει για φυσικά στοιχεία που έπαιρναν ανθρώπινη λαλιά και με αυτόν τον τρόπο εξασκούσαν τη μαντική, ανέφερε αφενός τη δρυ της Δωδώνης, το ιερό δέντρο του μαντείου , που κατά το Φιλόστρατο, μεταχειριζόταν και ανθρώπινη λαλιά και αφετέρου, στο ίδιο σημείο, παραπομπή από τον Ισίγονο τον Κιττιέα, πως και στο νησί της Ρόδου ο ταύρος του Δία δεν έμεινε χωρίς τη δική μας (ανθρώπινη) λαλιά».
Διαμεμνήσομαι δε και της εν Δωδώνηι δρυός, ήν και ανθρωπείαι φησί (Φιλόστρατος) κεχρησθαι φωνήι. Και μην και Ισίγονος ο Κιττιεύς εν Ροδωι τηι νήσωι τον του Διός ταυρόν ουκ αμοιρησαι λόγου του καθ’ ημας.
Το χωρίο θέτει προς συζήτηση αφενός το θέμα της λατρείας του Δία στη Ρόδο και αφετέρου το ζήτημα των ανθρωποθυσιών -ή όχι- προς τιμήν του Θεού.
Η λατρεία του Δία στη Ρόδο παραπέμπει στο Αταβύριον όρος. Ο Στέφανος ο Βυζάντιος κάνει λόγο για Αταβύριο Δία που λατρευόταν πάνω στον Ατάβυρο, όρος που με το ίδιο όνομα υπάρχει και στη Σικελία, ενώ πρωτοονομάστηκε έτσι από Τελχίνα, πρώτο δηλαδή κάτοικο της Ρόδου.
Ο Διόδωρος, όπως και ο Απολλόδωρος,  συνδέει τη λατρεία του Δία με τη μετοίκηση των Κρητών την περίοδο που ο Αλθαιμένης [για να μην εκπληρωθεί ένας παλιός χρησμός και  γίνει φονιάς του πατέρα του ] κατέπλευσε από την Κρήτη στην Κάμειρο, ίδρυσε σε σημείο που να κοιτάζει την πατρική του γη, την Κρητηνία, και αφού ανέβηκε στον Ατάβυρο «εθεάσατο τας πέριξ νήσους» , είδε την Κρήτη και θυμήθηκε τους πατρικούς του θεούς, ίδρυσε το βωμό του Αταβυρίου Διός, φανερώνοντας την απευθείας σχέση της λατρείας του Δία στην Κρήτη και στη Ρόδο.
Η λατρεία του πατέρα των Θεών και των ανθρώπων σχετίζεται άμεσα με τους μύθους της δημιουργίας, με την εκθρόνιση του Κρόνου και  την –μετά την Τιτανομαχία- επιβολή και κυριαρχία του Δία ως πρώτου θεού ανάμεσα σε ίσους.  Ο πολύ γνωστός όμως αυτός μύθος παραπέμπει σε ένα προελληνικό  θρησκευτικό σύστημα, λίγο πριν τις «ελληνικές [από το βορρά] εισβολές στις πατριαρχικές και μητριαρχικές πεποιθήσεις» μύθων με χεττιτικές επιρροές και αντιλήψεις. Στους πρώτους μύθους δεν υπήρχε Θεός. Λατρευόταν η Μεγάλη θεά – με ουράνιο σύμβολο τη Σελήνη / γυναίκα- σε συνδυασμό με την ενιαύσια διαδρομή του Ήλιου/ άνδρα. Η ζωή πάνω στη γη καθοριζόταν από το μηνιαίο κύκλο της, ενώ ο σύζυγός της ήταν ένας άγριος και ατιθάσευτος ταύρος που λάτρευαν οι Ινδοευρωπαίοι λαοί ως τον κατεξοχήν θεό του κύκλου της ζωής στο αστρικό σύμπαν, στο φυσικό και ζωικό βασίλειο, στους ανθρώπους και τα πνεύματα. Στην Κρήτη, ενισχυτικά με όλα αυτά, στην αυγή του πολιτισμού,  λατρευόταν ένας ταυρόμορφος θεός που ήταν σύζυγος της μητέρας –θεάς.
Σε αυτό το σημείο ενδιαφέρουσες είναι οι σχέσεις των προελληνικών, ανατολικών  αυτών μύθων με τη Ρόδο. Η πρώτη είναι η ίδια η προέλευσή τους. Η σχέση της Ρόδου με τους Χετταίους είναι γνωστή, ίδια όπως συμβαίνει με  αποικίες από τη μινωϊκή Κρήτη, ή από τη Φοινίκη ή και με άλλο προελληνικό στοιχείο που εμφανίζεται εξαπλωμένο σε ολόκληρο το Αιγαίο. Το  όνομα μάλιστα του βουνού «Ατάβυρος» ,είναι σύμφωνα με το Morelli  τυπικά αιγαιοανατολικής μορφής με ρίζα Καρική. Σε αυτό συγκλίνει και η πληροφορία ότι η ακρόπολη της Ιαλυσού- ή άλλο πιο νότιο τμήμα της- είχε ως τα ύστερα χρόνια της αρχαιότητας την ονομασία «Αχαϊα».
Κατά δεύτερο λόγο,  ενδιαφέρον παρουσιάζει η ταύτιση του  βασικού Θεού στην αυγή της πατριαρχίας με τον Ήλιο , θεό που κατεξοχήν η Ρόδος τιμούσε, ως ιδιοκτήτη και προστάτη του νησιού. Η αρχική λατρεία του Ήλιου ως πατέρα των πάντων, φαίνεται να μεταφέρθηκε στο βόρειο Αιγαίο από τους φυγάδες του ιερατείου του μονοθεϊστή Ακενατόν, κατά το δέκατο τέταρτο αι. π.Χ.  και να μπολιάστηκε στις εγχώριες λατρείες.
Επόμενο βασικό προς εξέταση θέμα είναι αυτό της σύνδεσης του Δία με τον ταύρο, τόσο στον ευρύτερο Μεσογειακό, όσο και στον Ελλαδικό χώρο, όπου, όπως είναι γνωστό, ίσχυε τόσο στη μυθολογία- θυμίζουμε το μύθο της Ευρώπης, της Πασιφάης, όσο και της Ιούς- , όσο και στη λατρεία.
Η σχέση ωστόσο των θυσιών μικρών ταύρων , που και η ανασκαφική έρευνα έχει αποδείξει –σύμφωνα με πληροφορίες του Μorelli που κάνει λόγο για  «μεγάλο αριθμό μπρούτζινων ταύρων»- με τον Ατάβυρο, είναι πολύ σημαντική, γιατί σύμφωνα με  τις πηγές κάποια χάλκινα βόδια μούγκριζαν όταν κάποιο κακό πλησίαζε την πόλη. Υπάρχουν βεβαίως περιπτώσεις που ο ταύρος, αντί για ευφορία και ευγονία, έφερνε καταστροφή αποδεικνύοντας την οργή των θεών. Αν δηλαδή οι θεοί θύμωναν έστελναν ταύρους που ξεφυσούσαν φλόγες.
Όλα αυτά εμφανίζουν δυσοίωνη ομοιότητα με τις διηγήσεις για τον χάλκινο ταύρο που κατασκεύασε ο Πέριλλος για τον τύραννο του Ακράγαντα Φάλαριν, καθώς μάλιστα ο Ακράγαντας είναι γνωστή αποικία  της Ρόδου , που έχει και ιερό αφιερωμένο στον Αταβύριο Δία. Στο κούφωμα εκείνο λοιπόν του ογκώδη ταύρου έκλειναν όποιον ήθελαν  να τιμωρήσει ο τύραννος κι άναβαν φωτιά από κάτω , με αποτέλεσμα οι απελπισμένες κραυγές του αθέατου και φρικτά βασανιζόμενου ανθρώπου να δίνουν, σε όσους δεν γνώριζαν την πραγματικότητα, την εντύπωση ομιλούντος ταύρου. Σύμφωνα μάλιστα με τη διήγηση πρώτος βασανίστηκε ο κατασκευαστής του χάλκινου ταύρου.
Αυτή την πληροφορία και τη σύνδεση φαίνεται, κατά τον Ευαγγελίδη να κάνει και ο πατριάρχης Αλεξανδρείας Κύριλλος, με τη διαφορά ότι αυτός υπέθετε ότι  οι ριπτόμενοι μέσα στο χάλκινο αγαλματίδιο του ταύρου «εμυκώντο ώσπερ ταύροι, εξ ‘ου εμαντεύοντο». Ο ίδιος μάλιστα ο πατριάρχης είχε έρθει προσωπικά τον 4ο αι. στη Ρόδο και είδε το μαντείο και υπέθετε πως ο Ρόδιος Ζευς στον Ατάβυρο, μέσα σε χάλκινο άγαλμα περιείχε ζωντανό πρόσωπο το οποίο αθέατο έδινε χρησμούς.
Σύνδεση ανθρωποθυσίας και μαντείας έχουμε μέσω της πληροφορίας που παραθέτει ο Α. Βοσκός ότι έτσι «συνέβη  και με τον Κύπριο μάντη Φρασίον , ο οποίος προφήτευσε στον Βούσιριν ότι η ανομβρία που κατέλαβε την Αίγυπτο θα παύσει αν θυσιάζουν στο Δία έναν ξένο άντρα κάτ’ έτος κι ο Αιγύπτιος βασιλιάς θυσίασε πρώτον τον Κύπριο μάντη.
Οι ίδιοι ωστόσο οι θεοί δεν ήθελαν τις ανθρωποθυσίες. Στην Κρήτη το ανθρώπινο θύμα αντικαταστάθηκε γρήγορα από ένα κατσικάκι. Στη Θράκη από ένα μοσχαράκι. Μόνο  στις καθυστερημένες περιοχές της Αρκαδίας αναφέρεται ότι εξακολουθούσαν να θυσιάζουν και να τρώνε αγοράκια ως τη Χριστιανική εποχή ακόμα. Γι’ αυτό κι από νωρίς επινοήθηκαν μύθοι πως τους κυνήγησε ο ίδιος ο Δίας για να το σταματήσουν, λειτουργώντας, κατά τον Γκρέιβς, ως ηθικά ανέκδοτα που εκφράζουν την απέχθεια που αισθάνονταν στα περισσότερο πολιτισμένα μέρη της Ελλάδας για τις αρχαίες κανιβαλικές συνήθειες της Αρκαδίας.
Συμπερασματικά -και από τις πηγές- φαίνεται λοιπόν πως η νίκη των Αχαιών τερμάτισε και αντικατέστησε με σφάγια την παράδοση των βασιλικών θυσιών, ενώ ανάγκασε σε υποχώρηση και τη λατρεία του Ήλιου που ίσχυε πριν , στον αντίποδα της Σελήνης.
Έτσι οδηγούμαστε στην υπόθεση ότι το θέμα της ανθρωποθυσίας μοιάζει να είναι ζήτημα σύγκρουσης πολιτισμών. Από τη μια η νέα θρησκεία που ευαγγελίζεται το καινούργιο και την πρόοδο και παριστάνεται από το Δία και από την άλλη, η εμμονή στην προηγούμενη λατρεία και τις κανιβαλικές της συνήθειες, που εντοπίζεται κυρίως σε κορυφές βουνών ή σε λατρευτικούς χώρους με μεγάλη παράδοση και ιστορία. Οφείλουμε όμως να πούμε ότι γίνεται  όπου, όποτε, και αν, για λόγους εξαγνισμού , όπως λ.χ. ο Αγαμέμνονας που κλήθηκε, να θυσιάσει την Ιφιγένεια στην Αυλίδα, για να εξευμενίσει την Αρτεμη, αλλά τελικά δεν το έκανε γιατί η ίδια η θεά αρνήθηκε την προσφορά και αντικατέστησε με ελάφι το ανθρώπινο σφάγιο. Στο  Αταβύριον ,λοιπόν, όρος τελείται –αν τελείται-, είτε, όπως υποστηρίζει ο Κύριλλος, προκειμένου να εκμαιευθεί εξαιρετική μαντεία, είτε ως «φαρμακόν» στο Δία, «όταν μέλληι τι τη πόλει γίνεσθαι κακόν» και προκειμένου για την αποφυγή του, όπως σε ανάλογη περίπτωση έκαναν και οι Φοίνικες, ακόμα έστω κι αν ο ίδιος ο Θεός δεν το θέλει, σε μια προσπάθεια να φανεί αφενός, πόσα πολλά, είναι διατεθειμένοι οι άνθρωποι να χάσουν προς τιμήν του, αλλά και αφετέρου, πόσο ψηλά, ειδικά στην αυγή του πολιτισμού, στεκόταν ο Θεός από τον άνθρωπο.

Η Μουσική στην Πεζογραφία του Εικοστού αιώνα (δημοσιευμένο στο ένθετο Λογοτεχνία και Μουσική του περιοδικού Δίφωνο, Δεκέμβρης 2004)

September 24, 2007 By: Χαρά Κοσεγιάν Category: Φιλολογικά Θέματα No Comments →

Χαρά Κοσεγιάν,
φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η σχέση λογοτεχνίας και μουσικής μοιάζει εύλογα αυτονόητη, αφού , αφενός και τα δύο είδη απαιτούν -και αποδεικνύουν- καλλιτεχνική ευαισθησία και αφετέρου, επειδή -ιδιαίτερα η ποιητική μορφή- παραπέμπει απευθείας στο στίχο που γίνεται τραγούδι…Έπειτα, είναι που και η μουσική είναι μέσα στη ζωή μας, που την έχουμε αναγάγει σε απαραίτητο σύντροφο στη χαρά και στη λύπη, που συντροφέψαμε ξενύχτια και διαβάσματα μ’ εκείνη…
Πόσοι, της δικής μου γενιάς τουλάχιστον, δεν κοιμόμασταν με το «Καλησπέρα κύριε Έντισον»…Αλλά και η γενιά του γιου μου, αν κρίνω από τον ίδιο και τους φίλους του, με μουσική κοιμάται. Με εκείνα τα ατομικά CD Player που μέρα- νύχτα φορούν οι πιτσιρικάδες στ’ αυτιά τους, και χάρη σε αυτά ονειρεύονται έναν κόσμο άλλον, μια μέρα άλλη, επιλέγοντας εκείνοι τους τόπους που ταξιδεύουν και τα χρώματα στα όνειρα που κάνουνε…

Διατρέχοντας το χρόνο, «επισκεπτόμενοι τα ονόματα», το βλέπουμε καθαρά: ήχος και λόγος στις απαρχές τους ταυτίζονται. Η πεζογραφία έλκει την καταγωγή της από την επική ποίηση, η οποία σημαίνει λόγος, διήγηση, περιεχόμενο, υπόθεση, αλλά και άσμα αοιδού, τραγούδι… Δεν αλλάζουν λοιπόν αυτά τα πράγματα. Από τις ίδιες ανάγκες του ανθρώπου εκκινούν και στο ίδιο σημείο καταλήγουν.

Ωστόσο, όταν αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό το θέμα, χρειάστηκε να το επανατοποθετήσω. Για ποια λογοτεχνία θα μιλούσα; Για ποιο είδος; Στην ποίηση οι αναφορές βρίθουν, κάθε ποίημα είναι εν δυνάμει τραγούδι , ακόμα κι αν δεν το ήθελε ο δημιουργός του, ακόμα κι αν δεν το έφτιαξε για τέτοιο. Αλλωστε, η ποίηση πλατιά γνωστή έγινε μέσα από τις μελωποιήσεις της. Έτσι γνώρισε κι ο τελευταίος Έλληνας, το Σεφέρη, τον Ελύτη, το Ρίτσο και πολύ περισσότερο τον Γκάτσο, ή τον Ιατρόπουλο.
Κι έρχονται στο νου ακόμα και με την πιο γρήγορη περιδιάβαση του 20ου αι. Το παληό βιολί, ποιητική συλλογή που στην αρχή του 20ου αι. εξέδωσε ο Ιωάννης Πολέμης, αλλα΄και λίγο πρωτύτερα ο Κώστας Κρυστάλλης με το επικό ποίημα Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, με σαφέστατες επιρροές από το Δημοτικό τραγούδι , επιδράσεις που ασκούνται και στις μέρες μας, αν σκεφτεί κανείς πως στα ίδια αχνάρια εκατό περίπου χρόνια μετά ,το 1988, ο Τάκης Καρβέλης δημοσίευσε την ποιητική συλλογή , Δεν είναι ο περσινός καιρός , παραπέμποντας απευθείας σε στίχο δημοτικού τραγουδιού, στο 1ο ποίημα της συλλογής
«… Μητέρα, θέλησα
Να πω, δεν είναι ο περσινός καιρός. Κάθε φορά που
πάω να τραγουδήσω κουρδίζω κι από λίγο νυσταγμένο χρόνο.»

(more…)

Λογοτεχνία και Λογοτέχνες στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης. Πανελλήνιο συνέδριο Λογοτεχνίας.

September 21, 2007 By: Χαρά Κοσεγιάν Category: Φιλολογικά Θέματα No Comments →

Χαρά Κοσεγιάν, δ.φ.
Φιλόλογος – λογοτέχνης
Καρδίτσα, 24-26- / 11/ 2003

Βιβλία

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

«Λογοτεχνία και Λογοτέχνες στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης»

Θέμα ανακοίνωσης: « Η Λογοτεχνία , ως πόλος αντίστασης στη μαζοποίηση των λαών. Το παράδειγμα από την Τριλογία του Στρατή Τσίρκα.»

To θέμα της ανακοίνωσης μού το έδωσε το θέμα του συνεδρίου. Ζω στο σήμερα , με έχει επανειλημμένα προβληματίσει η θέση του λογοτέχνη στη νέα πραγματικότητα όπως αυτή τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια έχει διαφανεί στον κόσμο. Τι θέλουν να πουν οι λογοτέχνες, σε τι να συμβάλλει η λογοτεχνία, τι να προασπίσει, τι να σημάνει… Για ποιο λόγο εντρυφούμε σε αυτήν… ποιος εντέλει είναι ο στόχος αυτού που εγώ τουλάχιστον θα ονόμαζα «πολιτισμό της λογοτεχνικής γραφής». Με τον όρο «Παγκοσμιοποίηση» οριοθετούμε τη μετάβαση από το εθνικό στο παγκόσμιο επίπεδο νοοτροπιών, συμπεριφορών, ταυτίζοντάς τη με την ισοπέδωση, την εξομοίωση του τρόπου σκέψης, δράσης και αντίδρασης των λαών σε όλον τον κόσμο. Απλουστευμένα και σχηματικά: η σκέψη περνά από το διαδίκτυο, όλοι οι λαοί είναι ένα, σκέφτονται , λειτουργούν και αντιδρούν το ίδιο.
Σε αυτό το πλέγμα ο λογοτέχνης καλείται να γράψει οτιδήποτε μπορεί να ενδιαφέρει ένα παγκόσμιο κοινό. Τα θέματα κοινά, οι αναφορές κοινές, στόχος ο μέσος αναγνώστης, που όχι μόνο αντιλαμβάνεται τα «κοινά» αλλά αποτελεί κι ένα πολυπληθές αναγνωστικό μερίδιο ιδιαίτερα προκλητικό για τον οποιονδήποτε εκδότη. Κάτι δηλαδή, σαν ελάχιστον κοινός πολλαπλάσιος, να μου επιτρέψετε το συνειρμό από τα μαθηματικά, έτσι κι αλλιώς για υπολογιστική λογική γίνεται λόγος τώρα.

(more…)

Υποδειγματική διδασκαλία νεολληνικού κειμένου της Γ ΄Λυκείου. Δημήτρης Χατζής.

September 21, 2007 By: Χαρά Κοσεγιάν Category: Φιλολογικά Θέματα 11 Comments →

Χαρά Κοσεγιάν , δ.φ.

ΔΗΜΗΤΡΗΣ ΧΑΤΖΗΣ

Ο δημιουργός και το έργο του

Ο Δημήτρης Χατζής γεννήθηκε στα Γιάννενα το 1914, μέσα στη βουή του πρώτου Παγκοσμίου πολέμου και ανδρώθηκε στον δεύτερο. Ο παππούς κι ο πατέρας του ήταν τυπογράφοι: «Τρεις γενιές γραφιάδες και τυπογράφοι», έλεγε χαριτολογώντας ο ίδιος για την οικογένειά του. Φοιτητής εγκατέλειψε τη γενέτειρα πόλη κι ήρθε στην Αθήνα να σπουδάσει Νομικά. Αλλά διέκοψε τις σπουδές του για οικονομικούς λόγους, ενώ στη συνέχεια εξορίστηκε από τη Μεταξική Δικτατορία. Την περίοδο της Γερμανικής Κατοχής αγωνίστηκε υπέρ της απελευθέρωσης της πατρίδας του. Τότε πρωτοεμφανίζεται και στα γράμματα: η συλλογή από τρία αυτόνομα διηγήματα που κυκλοφόρησε το 1946, [«Φωτιά», «Πόλεμος», «Δρόμος»] ,έχει θέμα της τους ασθενέστερους οικονομικά, που ζουν το δράμα τους στην κατοχή και αγωνίζονται στην αντίσταση.
Η δίνη του εμφυλίου που ακολούθησε το αντάρτικο τον έδιωξε μετανάστη πρώτα στη Ρουμανία, μετά στην Ουγγαρία, στη συνέχεια στο Ανατολικό Βερολίνο για να καταλήξει στην Ουγγαρία, όπου έμεινε ως το 1973, οπότε βρέθηκε στη Γενεύη. Στη διάρκεια της εξορίας του σπούδασε Ελληνική φιλολογία, εργάστηκε ως ερευνητής, ενώ δίδαξε νεοελληνική λογοτεχνία στο Πανεπιστήμιο της Βουδαπέστης. Εκείνα τα χρόνια [πρώτη έκδοση στο Βουκουρέστι , 1952] εκδίδονται «Το τέλος της μικρής μας πόλης», μια συλλογή από εφτά διηγήματα [:Ο Σιούλας ο Ταμπάκος, «ο Τάφος», «Σαμπεθάι Καμπικλής», «Η θεία μας η Αγγελική», «Ο Ντετέκτιβ», «Η διαθήκη του Καθηγητή», «Μαργαρίτα Περδικάρη»], όπου ζωντανεύει ο χαρακτήρας μιας επαρχιακής μας πόλης, που φανερα είναι τα Γιάννενα, η οποία σταδιακά αλλοτριώνεται κάτω από την επιδραση της μηχανής και την ανάπτυξη του κεφαλαίου. Με αναφορα πάλι στους απλούς ανθρωπους είναι και η επόμενη συλλογή του , «Οι Ανυπεράσπιστοι», που εκδίδεται το 1966.
Μετά την αποκατάσταση της δημοκρατίας στην Ελλάδα επανήλθε στη χώρα του , μετά από 25 χρόνια εξορίας, όπου γνωρίζει την αναγνώριση ως αγωνιστή, αλλά κι ως συγγραφέα. Τότε [1976] κυκλοφορεί το «Διπλό Βιβλίο», μια καταγραφή εμπειριών των Ελλήνων μεταναστών στη Γερμανία , όπου ο συγγραφέας αυτοβιογραφείται σε μεγάλο βαθμό παρουσιάζοντας τα δικά του βιώματα από την παραμονή του στις Ανατολικές χώρες. Την ίδια χρονιά κυκλοφορεί και η συλλογή «Σπουδές» , «διηγήματα ξανατυπωμένα και άλλα», όπου για πρώτη φορά δημοσιεύονται μόνο τα δύο. Ακολουθεί το 1979 η «Θητεία», αγωνιστικά κείμενα της περιόδου 1940-1950, ενώ έγραψε και μελετήματα για τη γλώσσα και την πολιτική που εκδόθηκαν το 1975.
Το 1980 διευθύνει το περιοδικό «Το Πρισμα», μια «Έκδοση Επιλογής από την Παγκόσμια Λογοτεχνία , που κλείνει στο τέταρτο τεύχος με το θάνατό του,το 1981.

(more…)