Χαρά Κοσεγιάν

Φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης.
Subscribe

Archive for the ‘Λογοτεχνικές σελίδες’

Βηματίζοντας τη σκέψη. Δημοσιεύτηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό 6/7, τ. 6, Ρόδος, 2006.

October 18, 2007 By: Χαρά Κοσεγιάν Category: Λογοτεχνικές σελίδες 2 Comments →

Οδηγώντας…

Δεν θέλω να τα δω. Υπογραμμίζουν την ήττα μου. Έπρεπε να το πω για να το κάνεις, έπρεπε να «ζητήσω» για να «πάρω», έπρεπε να σχίσω την καρδιά μου για να δεις πως έχω κάτι μέσα. Τα τριαντάφυλλα: πέντε, έξι, δέκα, ούτε που κοίταξα πόσα, σου ’πα να τα πάρεις, να μην τα βλέπω, κι είναι μπροστά μου ολοζώντανο, μέσα στην πραγματικότητά του εφιαλτικό, το χαμένο όνειρο το νιότης, εκείνο το χιλιοειπωμένο, το ρομαντικό: λουλούδια στην ταφόπλακά του είναι η ανθοδέσμη που μου έφερες. Είμαι έξαλλη. Κι ας ήθελες εσύ: «Να φιλιώσουμε, να άρω τις παρεξηγήσεις…» «Καμία παρεξήγηση, αγαπητέ μου. Το διαβάζω με μεγάλα γράμματα, ευανάγνωστα και καθαρά, πως ήρθε κι η δική μας σειρά να περάσουμε στην αντίπερα όχθη, εκεί που όλα τελειώνουν, όλα σφραγίζονται: ο έρωτας, οι υποσχέσεις, το παραμύθι.»
Κι εγώ που έλεγα πως δεν θα ‘ρχόταν η δική μου η ώρα, πως θα’ μενα έξω απ’ το παιχνίδι, πως θα του γλίτωνα… Από τη μια. Γιατί από την άλλη, το’ παιζα και γω και μπροστά σου και μαζί σου, όπως και με κάποιους άλλους ρεαλίστρια, απορρίπτοντας –δήθεν- τους λυρικούς και ερωτοχτυπημένους, έστω κι αν δεν έπαυα μέσα μου να τους ζηλεύω σα λυσσασμένη. Το ίδιο και συ. Κι είμαι σίγουρη, όπως και πολλοί άλλοι. Αλλά είναι κόντρα στο ρεύμα να το παραδεχτείς. Και τα χρόνια περνούν.

(more…)

ΠΟΡΕΙΑ ΣΤΗΝ ΕΡΗΜΟ (Δημοσιεύτηκε στα Ροδιακά Γράμματα, τ. 6/ 2006)

October 18, 2007 By: Χαρά Κοσεγιάν Category: Λογοτεχνικές σελίδες No Comments →

Δημοσιεύτηκε στα Ροδιακά Γράμματα, τ. 6/ 2006

Στη μέση του πουθενά γεννήθηκε το παιδί. Αγόρι με ίσια μαλλιά , μαύρα και υγιή, με μάτια μαύρα, βλέμμα καθάριο κι έξυπνο. Κοίταζε γύρω του και δεν σταμάταγε στην άμμο. Έψαχνε με το βλέμμα τι υπήρχε πέρα από αυτήν, συνειδητές οφθαλμαπάτες διεκδικούσε στο ήρεμο τοπίο, ταξίδευε τα ποτάμια μέχρι τη θάλασσα, διερήγνυε τα ράκη του κι έμπαινε στους ωκεανούς, πέταγε ως την άλλη γη , πέρα μακριά… Από αρχαιοτάτων χρόνων ο τόπος τούτος γεννάει παιδιά που δεν μοιάζουν με τα’άλλα. Κι άλλού θα συμβαίνει αυτό, μα χάνονται, συνθλίβονται έγκαιρα στην κοινωνική κονιορτοποίηση και τον καθωσπρεπισμό, μαζικοποιούνται, βολεύονται. Τούτος ο τόπος τραχύς όσο και πλούσιος δεν τα κατάφερε να ομογενοποιήσει τα βλαστήματά του. Συχνά του ξεφεύγουν πανύψηλα στάχυα. Πάντα υπάρχει κάποιος εκεί που το βλέπει. Δεν το άφησαν να μεγαλώσει μόνο του. Το πήραν μακριά , πέρα από τη μεγάλη θάλασσα, του ‘δειξαν σύγχρονο πολιτισμό, νέες τεχνολογίες, τον έμπασαν μέσα στα σπίτια τους, τον έκαναν να τα νοιώθει δικά του, να γίνει δικός τους. Τον πήγαν σε μεγάλα σχολεία, μεγάλες παρέες, μεγάλα στρατόπεδα, τον έκαναν αρχηγό. Άνοιγαν πόρτες στο διάβα του, ο αγαπημένος του μεγάλου αρχηγού, ο ευνοούμενος του κοσμοκράτορα. Ευτυχής εξέλιξη, ανέλπιστη πορεία ζωής. Οι τύχες του κόσμου συνομιλούν με το παιδί της ερήμου, το παιδί που γεννήθηκε στο κέντρο του πουθενά, που πολύ αργότερα συνειδητοποίησε πως είχε στο DNA του την ιστορία του κόσμου. Μπλέ πύλες της Βαβυλώνας , κοράλλια και σεντέφια στα μάτια του, μα και πύργοι της Βαβέλ και κώδικας του Χαμουραμπί. Ταξίδεψε πολύ και πάντα πρώτη θέση. Ή στην ασφάλεια του ινκόγνιτου. Δεν είχε σημασία αν οι άλλοι ήξεραν γι’ αυτόν , φτάνει που εκείνος είχε μάθει πώς να κρατά την τύχη των άλλων στα χέρια του.

(more…)

Η γυναίκα γορτάζει. Δημοσιεύτηκε στο περ. Δίφωνο, τ. 104, 2004. Αφιερωμένο στη μέρα της γυναίκας – μάνας

October 18, 2007 By: Χαρά Κοσεγιάν Category: Λογοτεχνικές σελίδες No Comments →

Η γυναίκα γορτάζει. Αφιερωμένο στη μέρα της γυναίκας – μάνας

Στο παραγώνι η μάνα καθισμένη : στο πεζούλι δυο μάτια τρέχουν, φευγαλέα κινούνται στο σπίτι, κατεβαίνουν στο δρόμο, στρίβουν στη γωνία, ψάχνουν… Κάτω στο δρόμο η γυναίκα παλεύει. Ενώνει τη φωνή της με την άλλη δίπλα της , της πιάνει το χέρι, το σηκώνει ψηλά, ονειρεύεται έναν κόσμο άλλον, άλλα χρώματα, άλλες ιδέες… Στην Ινδιάνικη καλύβα ή στο πολυτελές διαμέρισμα στο κέντρο του κόσμου, στο χωματόδρομο ή την αστραφτερή λεωφόρο, η γυναίκα το ίδιο πράγμα έχει στα μάτια της. Εκείνη στη γωνία με το φόβο στην καρδιά και την ελπίδα στα μάτια κι η άλλη που διεκδικεί κι αγωνίζεται, που παλεύει για το δίκιο της και μες στην αντάρα και τη βουή το χάνει, η γυναίκα στη Βολιβία, το Περού, τα Ιμαλάϊα, την Αρμενία, την ακτή του Ελεφαντοστού, την Ινδία, το Πακιστάν, το Αφγανιστάν, η γυναίκα με το γδαρμένο πρόσωπο, τα ξέπλεκα μαλλιά, τα ροζιασμένα χέρια, με τη μπούργκα, το μαντήλι, ή το τσαντόρ στο κεφάλι, κι η άλλη με το καθάριο πρόσωπο, τα αφράτα χέρια, που μπορεί να μην έπλυναν ποτέ, και να μη φόρεσε ποτέ το ίδιο ρούχο, η γυναίκα- οπτασία, πιο πέρα κι απ’ την πριγκίπισσα του παραμυθιού, κι η μια και η άλλη, στο βάθος τους την ίδια αγωνία βιώνουν. Για κείνο που φύλαξε η μήτρα τους πονάνε και τη θυσία μόνο για τούτο λογαριάζουν…
Σημείο αναφοράς μας το παιδί μας … Ο αγώνας γι’ αυτό δεν σταματά ποτέ, δεν γνωρίζει σύνορα, δεν αλλάζει με τις εποχές, τα χρόνια, τους τόπους, τους ανθρώπους… Ίδια η αγωνία της Πηνελόπης όταν περίμενε να γυρίσει ο Τηλέμαχος στο σπίτι, με της Παλαιστίνιας μάνας, της Κύπριας μάνας, της Αφγανής, που το περίμενε και τ’ αναζήτησε στη λίστα των αγνοούμενων και κείνων που δεν βρέθηκαν ποτέ… Οι ισχυροί του κόσμου μετρούν την αξία με αριθμούς στο χαρτί και γραμμές στο χάρτη. Η μάνα τη ζυγιάζει με της ψυχής το πλάτεμα , μ’ αγάπη και μ’ ελπίδα. Πόσο κοστίζει ένας πόλεμος, τι κέρδος αφήνει; Ένας νεκρός είναι ακόμα μια μάνα στέρφα, μι’ αγκαλιά γυμνή , ένα όνειρο που στράγγιξαν τραπεζικά ομόλογα και σχέδια εξουσιας. Κι όμως, η νέα επανάσταση θα γίνει για την αγάπη και τη μοιρασιά. Να μην πετάνε οι μισοί του κόσμου, όταν οι άλλοι δεν έχουν να φάνε. Να ξαναζυγιαστεί ο κόσμος με τη λογική και την καρδιά, να μην περισσεύει σε κάποιους η πρώτη και να μην υπάρχει στάλα από τη δεύτερη. Να μην στερεύουν οι ψυχές των ανθρώπων και να μην ντρέπονται να λένε «αισθάνομαι», «πονάω» , «αγαπάω».
Χαρά Κοσεγιάν, δ.φ.
Φιλόλογος- συγγραφέας

Στην έρημο του Ισπαχάν. Καρπάθικη Τσαμπούνα. Στο Μανόλη. Δημοσιεύτηκε στο περ. Δίφωνο, τ. 110, 2004.

October 18, 2007 By: Χαρά Κοσεγιάν Category: Λογοτεχνικές σελίδες 2 Comments →

Δεν το’ χω συνήθειο να γράφω αληθινές ιστορίες, ούτε και να γράφω στο χαρτί. Τα τελευταία χρόνια μπροστά στον υπολογιστή σπαταλώ τις ώρες μου. Κι ας το’ βρισκα ψυχρό παλαιότερα. Αρκεί να καθόμουν και βυθιζόμουν στο γκρίζο, πιστεύοντας πως εκεί πίσω βρίσκονται όλες του κόσμου οι ιδέες , αρκεί να κοιτάξω προς τη σωστή πλευρά. Βυθιζόμουν κι έψαχνα. Απόψε όμως έπιασα πάλι το χαρτί. Η πρώτη ασυνέπεια. Για να γράψω αληθινή ιστορία: η δεύτερη. Έπιασε ζέστη, ο ήλιος έκαιγε τις προηγούμενες μέρες ,μετά από ένα χειμώνα κουραστικό, όπως όλοι, που μόλις αισθάνεσαι την υγρασία και το κρύο να τραβιούνται, θέλεις , γυμνοσάλιαγκας να βγεις στο φως, να ρουφήξεις τις ακτίνες του και να μη νοιάζεσαι για τίποτα: έναν καφέ στον ήλιο… Η παλιά πόλη της Ρόδου , στην αρχή και το τέλος της σαιζόν είναι στην πιο καλή της ώρα. Πριν πλακώσουν οι ορδές αχαλίνωτες και κουράσουν, όταν ακόμα δεν έχει στεγνώσει η ώχρα, και το βλέμμα των καταστηματαρχών σε γλείφει διψασμένο, η βόλτα στη Σωκράτους είναι πρόκληση. Βγήκαμε με το Μανόλη από τη Βιβλιοθήκη και τραβήξαμε για καφέ στο Καρπάθικο. Δεν μπορούσα να φανταστώ ευτυχέστερη συγκυρία. Αυτός ο άνθρωπος είναι η καλοσύνη του κόσμου. Γλυκύτατος, ευγενικός, με μια αγάπη για την πατρίδα του σπάνια, μακριά από κάθε ιδιοτέλεια και προσωπική προβολή. Αλλά το πιο ξεχωριστό είναι ο τρόπος που διηγείται τις ιστορίες. «Το ξέρετε αυτό με το Ισπαχάν;» «Δεν εννοείς το ρόδο, βέβαια..;» η ατάκα έτοιμη.

(more…)