Βηματίζοντας τη σκέψη. Δημοσιεύτηκαν στο λογοτεχνικό περιοδικό 6/7, τ. 6, Ρόδος, 2006.
Οδηγώντας…
Δεν θέλω να τα δω. Υπογραμμίζουν την ήττα μου. Έπρεπε να το πω για να το κάνεις, έπρεπε να «ζητήσω» για να «πάρω», έπρεπε να σχίσω την καρδιά μου για να δεις πως έχω κάτι μέσα. Τα τριαντάφυλλα: πέντε, έξι, δέκα, ούτε που κοίταξα πόσα, σου ’πα να τα πάρεις, να μην τα βλέπω, κι είναι μπροστά μου ολοζώντανο, μέσα στην πραγματικότητά του εφιαλτικό, το χαμένο όνειρο το νιότης, εκείνο το χιλιοειπωμένο, το ρομαντικό: λουλούδια στην ταφόπλακά του είναι η ανθοδέσμη που μου έφερες. Είμαι έξαλλη. Κι ας ήθελες εσύ: «Να φιλιώσουμε, να άρω τις παρεξηγήσεις…» «Καμία παρεξήγηση, αγαπητέ μου. Το διαβάζω με μεγάλα γράμματα, ευανάγνωστα και καθαρά, πως ήρθε κι η δική μας σειρά να περάσουμε στην αντίπερα όχθη, εκεί που όλα τελειώνουν, όλα σφραγίζονται: ο έρωτας, οι υποσχέσεις, το παραμύθι.»
Κι εγώ που έλεγα πως δεν θα ‘ρχόταν η δική μου η ώρα, πως θα’ μενα έξω απ’ το παιχνίδι, πως θα του γλίτωνα… Από τη μια. Γιατί από την άλλη, το’ παιζα και γω και μπροστά σου και μαζί σου, όπως και με κάποιους άλλους ρεαλίστρια, απορρίπτοντας –δήθεν- τους λυρικούς και ερωτοχτυπημένους, έστω κι αν δεν έπαυα μέσα μου να τους ζηλεύω σα λυσσασμένη. Το ίδιο και συ. Κι είμαι σίγουρη, όπως και πολλοί άλλοι. Αλλά είναι κόντρα στο ρεύμα να το παραδεχτείς. Και τα χρόνια περνούν.

