Χαρά Κοσεγιάν

Φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης.
Subscribe

Η Μουσική στην Πεζογραφία του Εικοστού αιώνα (δημοσιευμένο στο ένθετο Λογοτεχνία και Μουσική του περιοδικού Δίφωνο, Δεκέμβρης 2004)

September 24, 2007 By: admin Category: Φιλολογικά Θέματα

Χαρά Κοσεγιάν,
φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης.

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

ΕΙΣΑΓΩΓΗ

Η σχέση λογοτεχνίας και μουσικής μοιάζει εύλογα αυτονόητη, αφού , αφενός και τα δύο είδη απαιτούν -και αποδεικνύουν- καλλιτεχνική ευαισθησία και αφετέρου, επειδή -ιδιαίτερα η ποιητική μορφή- παραπέμπει απευθείας στο στίχο που γίνεται τραγούδι…Έπειτα, είναι που και η μουσική είναι μέσα στη ζωή μας, που την έχουμε αναγάγει σε απαραίτητο σύντροφο στη χαρά και στη λύπη, που συντροφέψαμε ξενύχτια και διαβάσματα μ’ εκείνη…
Πόσοι, της δικής μου γενιάς τουλάχιστον, δεν κοιμόμασταν με το «Καλησπέρα κύριε Έντισον»…Αλλά και η γενιά του γιου μου, αν κρίνω από τον ίδιο και τους φίλους του, με μουσική κοιμάται. Με εκείνα τα ατομικά CD Player που μέρα- νύχτα φορούν οι πιτσιρικάδες στ’ αυτιά τους, και χάρη σε αυτά ονειρεύονται έναν κόσμο άλλον, μια μέρα άλλη, επιλέγοντας εκείνοι τους τόπους που ταξιδεύουν και τα χρώματα στα όνειρα που κάνουνε…

Διατρέχοντας το χρόνο, «επισκεπτόμενοι τα ονόματα», το βλέπουμε καθαρά: ήχος και λόγος στις απαρχές τους ταυτίζονται. Η πεζογραφία έλκει την καταγωγή της από την επική ποίηση, η οποία σημαίνει λόγος, διήγηση, περιεχόμενο, υπόθεση, αλλά και άσμα αοιδού, τραγούδι… Δεν αλλάζουν λοιπόν αυτά τα πράγματα. Από τις ίδιες ανάγκες του ανθρώπου εκκινούν και στο ίδιο σημείο καταλήγουν.

Ωστόσο, όταν αποφάσισα να ασχοληθώ με αυτό το θέμα, χρειάστηκε να το επανατοποθετήσω. Για ποια λογοτεχνία θα μιλούσα; Για ποιο είδος; Στην ποίηση οι αναφορές βρίθουν, κάθε ποίημα είναι εν δυνάμει τραγούδι , ακόμα κι αν δεν το ήθελε ο δημιουργός του, ακόμα κι αν δεν το έφτιαξε για τέτοιο. Αλλωστε, η ποίηση πλατιά γνωστή έγινε μέσα από τις μελωποιήσεις της. Έτσι γνώρισε κι ο τελευταίος Έλληνας, το Σεφέρη, τον Ελύτη, το Ρίτσο και πολύ περισσότερο τον Γκάτσο, ή τον Ιατρόπουλο.
Κι έρχονται στο νου ακόμα και με την πιο γρήγορη περιδιάβαση του 20ου αι. Το παληό βιολί, ποιητική συλλογή που στην αρχή του 20ου αι. εξέδωσε ο Ιωάννης Πολέμης, αλλα΄και λίγο πρωτύτερα ο Κώστας Κρυστάλλης με το επικό ποίημα Ο τραγουδιστής του χωριού και της στάνης, με σαφέστατες επιρροές από το Δημοτικό τραγούδι , επιδράσεις που ασκούνται και στις μέρες μας, αν σκεφτεί κανείς πως στα ίδια αχνάρια εκατό περίπου χρόνια μετά ,το 1988, ο Τάκης Καρβέλης δημοσίευσε την ποιητική συλλογή , Δεν είναι ο περσινός καιρός , παραπέμποντας απευθείας σε στίχο δημοτικού τραγουδιού, στο 1ο ποίημα της συλλογής
«… Μητέρα, θέλησα
Να πω, δεν είναι ο περσινός καιρός. Κάθε φορά που
πάω να τραγουδήσω κουρδίζω κι από λίγο νυσταγμένο χρόνο.»


επιδιώκοντας να αλλάζει ήχο ανάλογα με τα δεδομένα των καιρών: κι όπως ο ίδιος λεει: «να τραγουδώ σε ήχο πλάγιο και να περνώ τις πλαγιοβολές μου σε λέξεις αμφίστομες»,
μύστης ο ίδιος των ρυθμών επιδιδόμενος σε μια διαδικασία ενορχήστρωσης, σε ένα «…ηχείο και αντηχείο ψιθύρων, ιαχών, τιτιβισμάτων…» . Παραπέρα, στην ίδια συλλογή σημειώνει:
«..σαν ένας παλιός ξεκουρδισμένος φωνογράφος το απόγευμα τσιρίζει…» κι αλλού: «φυλάξου από το γλυκό ρυθμό της μουσικής που επιμένει ν ’ακολουθεί τα / βήματα μιας σπαταλημένης / αθωότητας…»
Μπορούμε, δε, να τον απολαύσουμε, σ’ ένα ρεσιτάλ οξύμωρης σύγκρουσης ένοχής και αθωότητας, μουσικής και πεζολογίας «Κι εμείς αθώοι και τυφλοί , να προσαρμόζουμε τα βήματα στων τυμπάνων τον έξαλλο ρυθμό , λαρύγγια που φούσκωναν κι έβγαιναν συνθήματα , στόματα / που ξέρουν μόνο πώς να ρητορεύουν.». Για όλα αυτά τα ποιήματα του Καρβέλη «θυμίζουν το χρόνο το συγκεκριμένο ενός αηδονιού , που εκφράζεται με το ρυθμό των αναγκαίων φυσιολογικών διακοπών» ,
Παραπέρα, η διαδρομή σκοντάφτει στο Σωτήρη Σκίπη και στη Σερενάτα των λουλουδιών , στην Αιολική άρπα, στον Μιλτιάδη Μαλακάση και τα Αντίφωνα.

Μερικά ποιήματα, δηλαδή, –το ξέρουμε όλοι- γράφτηκαν για τραγούδι. Έχουν τη μουσική μέσα τους. Τη βγάζουν ακόμα και στην πιο αδόκιμη ανάγνωση. «Δεν έχω γράψει ποιήματα / δεν έχω γράψει ποιήματα/ μέσα σε κρότους/ μέσα σε κρότους/ κύλησε η ζωή μου» τραγουδάμε στον «Στρατιώτη ποιητή» του Μίλτου Σαχτούρη, από τη συλλογή Τα φάσματα ή η χαρά στον άλλο δρόμο και δεν μπορούμε μετά, παρά να σταματήσουμε στον υπερρεαλισμό που έχει ήδη αρχίσει το 1939, να φαίνεται στα Κλειδοκύμβαλα της σιωπής, του Νίκου Εγγονόπουλου .
Και μετά θυμόμαστε τον Τάσο Λειβαδίτη και τον άνθρωπο με το ταμπούρλο, τη Συμφωνία αρ. 1, την Καντάτα, και τέλος το Βιολί για μονόχειρα.
Ακούμε μουσική σα Βυζαντινή ψαλμωδία στην «΄Ωρα δειλινή», από τη συλλογή Τα μαχαίρια της Κίρκης, του Εκτωρα Κακναβάτου καθισμένοι στο στασίδι της εκκλησιάς στους εσπερινούς:
Μνήμη που με πονάς
Μην είσαι συ η αίσθηση όπου στα δυο με σχίζει
Λεω μην του μειόκαινου η καταβολή
Το βιος που μου αφήσανε μέσα στα κόκαλα
Οι αιώνες, κι είναι μες στους εσπερινούς
Που εντός μου η πλημμύρα ανεβαίνει τόση.
Και δεν ξεχνούμε τη Σονάτα του Σεληνόφωτος του Ρίτσου, ή το Μουσικό σχόλιο του Φωκά και το γλέντι του Γρηγοριάδη,
Ένα γλέντι προπολεμικό σ’ ένα προσφυγικό χωριό που κατοικούνταν εξ ολοκλήρου από Πόντιους :
Και να / προβάλλουν τότε ένας ένας στη σειρά οι γλεντοκόποι
Και να/ ανεβαίνουν με τους ατμούς της νοσταλγίας τους
Στον ουρανό,
Αμίλητοι αγναντεύοντας μες απ’ τα κλωνάρια του
Την ομίχλη του μούστου σ’ όλο το μήκος των ακτών.
Κι ύστερα να / πέφτουν με αργές κινήσεις τυλιγμένοι σε σύννεφα ,
Που μπορεί να’ταν σεντόνια κατάλευκα ονείρου,
Κι εκεί να βυθίζονται στον ύπνο, τύφλα στο μεθύσι,
Όχι από το γλυκό κρασί, μα απ’το άλλο το πιο βαρύ
Που το’χει αναμείξει μ’ αγιάτρευτο μαράζι το τραγούδι.
Στον ατέλειωτο χορό των ποιημάτων, που όχι μόνο γίνονται μουσική, αλλά τα ίδια μιλούν για τη μουσική, για γλέντια, για τραγούδια, για ψαλμωδίες εσπερινές, για λαγούτα και βιολιά, για χορούς, συναντούμε παρακάτω τη Ντισκοτέκ, του Φωστιέρη ,από τη συλλογή Ο διάβολος τραγούδησε σωστά.
Τη νύχτα ανοίγει ένα υπόγειο μουσικές
Και φώτα από την ίριδα του μαύρου.
Εκεί χορεύει, λιώνει τα στυφά
Σταφύλια της χαράς.
Φυσάει να πυρώσουνε τα κάρβουνα στον κύκλο
Κι οι πυροβάτες της λατρείας του
Που μέθυσαν ξανα΄
Γυμνοί συντρίβουν τα γυαλιά της λογικής
Μ’ αίμα τυπώνουνε στην πίστα τα πατήματά τους.
Στην ίδια κατηγορία, ο τζίτζικας της Αγγελάκη Ρούκ, ένα πεζό τουλάχιστον από τα εξωτερικά στοιχεία της μορφής του κείμενο, που η ίδια ονομάζει ποίημα και δεν έχει λάθος. Διαβάζουμε:
Μέσα μου χιλιάδες τραγούδια στοιβάζονται καλοκαιρινά. Ανοίγω το στόμα μου και μες στο πάθος μου προσπαθώ να τους βάλω μια σειρά. Τραγουδώ. Άσχημα. Αλλά χάρη στο τραγούδι μου ξεχωρίζω από τις φλούδες των κλάδων κι από τα άλλα άφωνα ηχεία της φύσης. Η απέρριτη περιβολή μου –γκρίζα κι ασβεστένια- μου αποκλείει κάθε παραφορά αισθητισμού κι έτσι αποκομμένος απ’τα φανταχτερά πανηγύρια του χρόνου τραγουδάω…

Κι έτσι παρασυρμένοι, θυμόμαστε το μουγκό τραγουδιστή του Κωσταβάρα ή τα 14 παιδια του Νικηφόρου Βρετάκου, με τη δάσκάλα να πάιζει άρπα στα παγωμένα δάχτυλα.
Εν αρχή ήν η αγάπη…, μελωδούσε γιομίζοντας
Το γυμνό σου δωμάτιο μια παράξενη άρπα,
Καθώς σ’ έπαιρνε ο ύπνος και το χέρι σου , κρύο,
Σαν κλωνί λεμονιάς σε νεκρό, αναπαύονταν
πάνω στο στήθος σου. Κι έβλεπες
πως άνοιγε τάχα μια πόρτα στον ύπνο σου.
Πως μπαίναν τα δεκατέσσερα παιδιά λυπημένα και στεκόντουσαν γύρω σου…

Η σχέση λοιπόν, ποίησης και μελωδίας είναι άρρηκτη, και η όποια ενασχόληση μαζί της, πέρα από χαώδης είναι και γνωστή. Ενώ η πεζογραφία ελάχιστα διερευνημένη, αν και στη νεώτερη και σύγχρονη πεζογραφία οι σαφείς αναφορές στη μουσική είναι αρκετές, ταξινομημένες μάλιστα σε διάφορα μοτίβα, αν και περισσότερο ο ρυθμός και ο ήχος διαχέεται μέσα στα κείμενα, όπως και μέσα στη ζωή , σε όλες τις ώρες, κάθε στιγμή. Στην ποίηση βέβαια, η σχέση είναι πιο ευδιάκριτη, δηλώνεται ακόμα και στους τίτλους, ή οπωσδήποτε καταγράφεται στους εσωτερικούς στίχους.
Διερευνώντας ωστόσο μόνο τον πεζό λόγο, θα περιορίσω τις αναφορές στον εικοστό αιώνα, και για λόγους οικονομίας του χώρου ,αλλά και γιατί νομίζω ότι έχει –συνολικά και συγκεντρωτικά- ερευνηθεί το λιγότερο, λόγω και του ότι δεν υπάρχει ακόμα η χρονική απόσταση που απαιτείται για τέτοιες καταγραφές, αλλά και γιατί η ποσότητα των εκδιδόμενων τίτλων είναι πάρα πολύ μεγάλη. Και μάλιστα θα τον αντιμετωπίσω συγκεντρωτικά ως 20ο αι. και όχι με τις συνήθεις υποκατηγοριοποιήσεις της μεσοπολεμικής, μεταπολεμικής και σύγχρονης λογοτεχνίας, αφενός γιατί στην παρούσα μελέτη δεν ενδιαφέρουν οι διαφορές που οδήγησαν στην παραπάνω κατάταξη, και αφετέρου διότι έχει πλέον τελειώσει ο 20ος αι. ώστε να μπορούμε να τον δούμε συνολικά, έστω και από το πρώτο σκαλοπάτι του επόμενου. Θα επιχειρήσω ωστόσο στις καταγραφές να ακολουθηθεί –όπου είναι δυνατόν- μια χρονολογική κατάταξη. Γι’ αυτούς τους λόγους δηλώνω από την αρχή ότι η παρουσίαση δεν μπορεί παρά να είναι ενδεικτική και να αποτελέσει την αρχή σε έναν διάλογο. Το πρώτο βήμα διαλόγου…

• Το μοτίβο της μουσικής σύνθεσης

Πρώτος σταθμός το Eroica του Κοσμά Πολίτη, που συμβολικά παραπέμπει στην 3η συμφωνία του Μπετόβεν. Εκδόθηκε το 1938 και είναι ένα «μυθιστόρημα εφηβείας» που βασίζεται στη ρομαντική αναπόληση της νιότης και σε μια ιδεαλιστική αντίληψη της φιλίας, του έρωτα και του ηρωισμού, δοσμένο όμως μέσα από συμβολικές και ειρωνικές δομές. Οι ήρωες είναι έφηβοι που παίζουν πιάνο, «χέρια με φιλντισένια δάχτυλα», κιθάρα, βιολί και τραγουδούν, αλλά αντιλαμβάνονται τη ζωή και το θάνατο μάλλον όπως κι ο Ζορμπάς του Καζαντζάκη που τη θεωρούσε βάσανο και το θάνατο ευκολία. Μια μερίδα της κριτικής κατέταξε το έργο στο μοντερνισμό κι ορισμένες σελίδες στον υπερρεαλισμό . Το ουσιαστικό στοιχείο όμως του μυθιστορήματος είναι η σύζευξη της πρόζας με την ποίηση και μάλιστα εκείνη που απευθείας οδηγεί στη μουσική. Δεν είναι μόνο ένα μυθιστόρημα δοσμένο με λυρισμό , λόγω της υποβλητικότητας ή του συμβολικού του χαρακτήρα, αλλά είναι έντονη η χρήση του ρυθμικού λόγου, έτσι που να παρασύρει το ενδιαφέρον μάλλον στον ήχο παρά στη σημασία της φράσης. Ο Καραντώνης πρόσεξε την ύπαρξη 15σύλλαβων στο μυθιστόρημα «το τίποτα, το πώποτε, το αδειανό εδώ κάτω» [76]. Υπάρχουν όμως και τροχαίοι, πολλαπλές παρηχήσεις, αλλά και μέτρο, ρίμα στο κωμικό λογοπαίγνιο: «όρος απαραίτητος να είναι ο ορρός νωπός.- ώστε δεν φταίει ο γιατρός. ..τον εξέτασε ο γιατρός; ήταν ο ορρός νωπός; Αν δεν ήταν ο ορρός νωπός φταίει ο φαρμακοποιός…»
Ο Peter Mackridge επιμελητής νεότερης έκδοσης της Eroica κάνει ξεχωριστά λόγο για το “λυρισμό” και τη “μουσική” της, θεωρώντας πως ορισμένες σκηνές της “συνοδεύονται” από μουσική , σαν να πρόκειται για “μουσική σύνθεση της γραφής, ένα είδος κοντραπούντο [αντίστιξης]” . Δεν είναι περίεργο να ταυτίζεται ένα πεζογράφημα με ένα μουσικό έργο. Η Τίτσα η Πιπίνου στην Ονειροπαγίδα βάζει τον ήρωά της –που είναι συγγραφέας- να ομολογεί ότι κάθε του βιβλίο γράφεται σε διαφορετικό μουσικό ρυθμό. «Το προηγούμενο βιβλίο ήταν γραμμένο στο μοτίβο της συμφωνίας νούμερο ένα του Μάλερ. Από την αρχή ως το τέλος το έγραψα σε ντο ματζόρε. Αυτός ο ρυθμός ταίριαζε θαυμάσια με το θέμα ή σε αυτόν το ρυθμό μου βγήκε. Ένα άλλο ήταν γραμμένο σε σι μινόρε…στην αρχή αλέγκρο, μετά λίγο αντάντε και ξανά αλέγκρο μέχρι το τέλος εκείνο το αλέγκρο με κούρασε θυμάμαι. Έχω γράψει και στο ρυθμό του βάλς και της πόλκας ….κάποτε θα ήθελα να γράψω μια ιστορία πάνω στο «ένας Αμερικανός στο Παρίσι» του Γκέρσουιν.»
Το μοτίβο της μουσικής σύνθεσης στην Ελλάδα του 1920-1930 εμφανίζουν και η Αργώ του Γ. Θεοτοκά,[1933-36], Η Εσωτερική Συμφωνία του Στ. Ξεφλούδα, [1932], ακόμα και οι Σκλάβοι στα δεσμά τους , του Θεοτόκη, [1922].
Σε αυτές τις “μουσικές συνθέσεις” διακρίνουμε τρία στοιχεία: πρώτα, τη διαίρεση του κειμένου σε μέρη, ανάλογα με τα μέρη της σονάτας ή της συμφωνίας,, με δικό του τέμπο και θεματικό κύκλο σε κάθε μέρος, δεύτερα τη χρήση ενός «λάιτ μοτίβ» , που έγινε συνειδητή τεχνοτροπία ευρείας χρήσης στην όπερα του Βάγκνερ και παραπέμπει σε ένα πρόσωπο που συνοδευόταν στην εμφάνισή του από μια στερεότυπη φράση στην αφήγηση, και τρίτα από το «κοντραπούντο», όπου δύο ή περισσότερα θέματα παίζονταν ταυτόχρονα.
Στην περίπτωση της Eroica κοντολογίς, η παρουσία της μουσικής είναι καθοριστική, όχι μόνο επειδή οι ήρωες ασχολούνται με τη μουσική, αλλά γιατί την εννοούν κιόλας: «[οι στιγμές] είναι καμωμένες για τη σιωπή.. Μέσα στη σιωπή , όλα τα νοιώθεις πιο βαθιά, όλα μιλούν από τη μια ψυχή στην άλλη. Τα λόγια δείχνουνε φτωχά …σε τόσο πλούσιες στιγμές. Αν ήσουν μουσικός- μόνο η μουσική…- Ω Μόνικα, τη νύχτα εκείνη το βιολί… Τόσο τον τρέλλανε τη νύχτα εκείνη το βιολί…»
Το 1938 κυκλοφόρησε και το Σόλο του Φίγκαρω, του Γιάννη Σκαρίμπα, ένα μυθιστόρημα ποταμός, ένα ατέλειωτο τραγούδι. Ένας δεκαπεντασύλλαβος ή ένας ίαμβος. Και η επιλογή της γλώσσας για να ταιριάζει με το μέτρο και την αρμονία των ρυθμών, σαν στίχοι δεκαπεντασύλλαβου. «Ενώ εγώ…αχ εγώ μόνο για να χάσκω στους δρόμους είμ’ άξιος. Να χάσκω και να τα βλέπω ούλα σαν όνειρο, σαν μια ατελεύτητη σειρά ηττημένων: τα καράβια να περνάν μεγαλόπρεπα και πάνω τους να διασταυρώνουντ’ οι γλάροι». Όλο το μυθιστόρημα σου δίνει την εντύπωση ενός ορμητικού Σόλο του Φίγκαρω που στάθηκε για τον ήρωα ανεκπλήρωτος πόθος: ένα μουσικό κομμάτι- το ύψιστο της ποίησης για τους Συμβολιστές. Το λαχταρούσε σε όλο το κείμενο και δεν το άκουσε ποτέ…Επιθυμούσε και τη γυναίκα –βιόλα και εκείνη του έδωσε το κλειδί –σε σχήμα στιλέτου και του είπε να την «κουρδίσει» ίσια στην καρδιά. – να το στρίψει κιόλας… Ο ταραγμένος πνευματικά ήρωας έκανε έτσι ένα φόνο αθέλητά του κι αντικατέστησε τη μουσική που τόσο επιθυμούσε να ακούσει, από ποίηση του απραγματοποίητου ονείρου. Θεματικά μοτίβα στο έργο δεν ολοκληρώνονται.«Αυτό που στ’ αλήθεια ενδιαφέρει δεν είναι η αναπαράσταση της πραγματικότητας, αλλά η δυνατότητα της γλώσσας να δημιουργήσει μια πραγματικότητα.»
Η σχέση τέχνης και μορφής έχει επισημανθεί πρώτα από τον ίδιο το Σκαρίμπα. Δημιουργεί σε μια εποχή με έντονα τα σουρεαλιστικά στοιχεία. Λέει ο ίδιος: «η τέχνη είναι προπάντων μορφή» [σ.41] κι έτσι γράφει πεζό λόγο σαν ποίηση, κάνοντας ακόμα και τους κριτικούς του αμήχανους: «[ ο συγγραφέας] το χαρακτηρίζει μυθιστόρημα, αλλά θα μπορούσε επίσης να το πει διήγημα ή δοκίμιο ή ποίημα- κάθε χαρακτηρισμός θα ταίριαζε σε αυτό το βιβλίο, που αποβλέπει κατά βάθος σε μιαν επανάσταση λογοτεχνική , με την ανατροπή κάθε παράδοσης και κάθε λογικής…» . Παραπέρα , η σχέση του μυθιστορήματος με το συμβολισμό κάνει εντονότερη τη σχέση του με την ποίηση και την «ανώτερη μορφή» της, τη μουσική: «Ήμουν μόνος. Ω συ- λέω χωρίς νόημα- ονειρεύτηκα όλα τα όνειρα και τα μαλλιά σου. Και κάθησα σ’ ένα παγκάκι μονάχο. Απέναντί μου η θάλασσα βούιζε. Έχασκαν τα χοντρομούτσουνα όρη.» [31]
Στο μυθιστόρημα ενυπάρχουν και στίχοι , με ρίμα έτοιμοι για τραγούδι, σουρεαλιστικής, όμως παρωδιακής υφής: « Η βόλτα πήρε ανάποδα/ και το ψηλά καθέτως/ κι αντίς το ποιος με φώναξε/ να βγω να ιδώ –αντιθέτως / (εγώ που μήτε ήξερα/ και πού νοούσα μήδε)/ βγήκα στην πόρτα ανάποδα/ και φώναξα «ποιος μ’ είδε;»/»

• Το μοτίβο της προσέγγισης των λαών μέσα από τη μουσική

Τo 1938 κυκλοφόρησε το Δαιμόνιο του Γιώργου Θεοτοκά, το οποίο επίσης χρησιμοποιεί τη μουσική ,αλλά αυτή τη φορά ως μέσο προσέγγισης των ανθρώπων και των λαών. Όταν μια μοίρα Ιταλικού στόλου επισκέφτηκε το νησί αναστατώνοντας την πόλη και το βράδυ τραγουδούσε, κάνοντας βαρκάδα στο γύρο του λιμανιού Ιταλικά τραγούδια, ξύπνησε σε έναν –μάλλον αφανή- ήρωα τη διάθεση να κάνει το ίδιο και στα ξαφνικά , από ασήμαντος κι αδιάφορος, έγινε κέντρο του ενδιαφέροντος κι οι Ιταλοί «ξέσπασαν μονομιάς σε χειροκροτήματα και ζητωκραυγές…Στην ακτή είχε γίνει διαδήλωση. Οι ναύτες που είχανε παρακολουθήσει το τραγούδι φώναζαν κι αυτοί …». Στο νησί στήθηκε γλέντι από ντόπιους και Ιταλούς, καθημερινούς ανθρώπους, αξιωματικούς και επίσημους. « Η επιτυχία του Θωμά πήρε πάνδημο χαρακτήρα». Η «καλή» φωνή αποτέλεσε διαβατήριο προσέγγισης έως και υπεροχής και μάλιστα τόσο, ώστε ο Θωμάς να πάρει και συστατικές επιστολές και να πάει στην Ιταλία για τενόρος- για όσο άντεξε… Είναι ωστόσο αξιοπρόσεκτη η άποψη του Θεοτόκη: “Είναι παράξενος και σκοτεινός ο ρόλος που παίζουν στη ζωή μας οι φωνές των ανθρώπων , έτσι καθώς ρυθμίζουν κάποτε, χωρίς να το σκεφτόμαστε, τους ψυχικούς προσανατολισμούς μας …”[σ. 38]
Το ίδιο μοτίβο της προσέγγισης των λαών μέσα από τη μουσική χρησιμοποιεί και ο Στρατής Μυριβήλης στη Ζωή εν τάφω. [1924]. Στο υποκεφάλαιο «Ο λόφος με τις παπαρούνες» το ελληνικό σύνταγμα συναντιέται μ΄ ένα ρούσικο σύνταγμα κι αφού «συστήθηκαν» με τη θρησκεία και τα σπαστά αρχαιοελληνικά τους «συννενοήθηκαν περίφημα. Η αγάπη και η όχτρα έχουνε διεθνή γλώσσα»… «-Ημείς ρούσιαν λίαν Έλληνες αγαπώμεθαν!»
Στο τέλος κάνανε μια μεγάλη χορωδία και τραγούδησαν λαϊκά τραγούδια. «Κάμποσοι τα κομπανιάριζαν με κάτι μακριές μπαλαλάικες που τις σήκωναν στη ράχη σταυρωτά με το ντουφέκι τους. Δεν κατάλαβα τα λόγια των τραγουδιών, μα σίγουρα θα μιλούσανε για ένα δάσος χιονισμένο, για ένα χωριό χιονισμένο, που οι μπουχαρίδες των καλυβιών του θυμιάζουνε γαλάζιον καπνό μέσα στον παγωμένο αγέρα….» Κι όταν ο ήρωας σταματά να μας περιγράφει «τι σίγουρα» έλεγαν τα ακαταλαβίστικα ρούσικα τραγούδια ομολογεί και μας παρασύρει πως όλοι ταξίδεψαν «πάνω στα φτερά της μουσικής που ενώνει τις καρδιές, γιατ’ είναι η γλώσσα τους η πανανθρώπινη»
Σε αυτά τα πλαίσια υποκύπτει και η νουβέλα του Βαγγέλη Ραπτόπουλου, τα Τζιτζίκια. Στο δίσκο «είναι μια νέγρα με πρησμένα χείλια και μάτια αμυγδαλωτά κολλημένη στο εξώφυλλο και λέει για ένα τρένο που ξεκινάει μεσάνυχτα για τη Τζόρτζια. Λέει κι άλλα πολλά , μα ο Φώτης δεν τα πιάνει. Το μόνο που ξέρει είναι ότι αύριο κιόλας θα πάρει κι αυτός …ένα τρένο …Αρχίζει να σφυράει το σκοπό και κλείνει τα μάτια , να μπει λιγάκι στο τραγούδι και να δει καλύτερα το τρένο.» [σ. 290] Σε σχήμα κύκλου επανέρχεται στο τέλος, -150 περίπου σελίδες μετά – κι ακούγεται ο ίδιος δίσκος: « Βρίσκει το δίσκο με τη νέγρα και τον βγάζει από το φάκελο. ..Καθώς οι πρώτες στροφές ξύνουν απ’ τα ηχεία, βουτάει μπρούμυτα στο κρεβάτι, το πρόσωπο στο μαξιλάρι. Τεντώνει τα πόδια και μουρμουράει το σκοπό, να μπει λιγάκι στο τραγούδι και να δει καλύτερα το τρένο. Βρίσκεται σ’ ένα βαγόνι ξανά , δεν έχει σημασία που δεν είναι μεσάνυχτα, και που δεν πηγαίνει στη Τζόρτζια….[σ. 438] «Ϋστερα το κομμάτι τελειώνει και το τρένο χάνεται στο βάθος , σβήνει μαζί με τη φωνή…»

• Οι οργανοπαίχτες στην πεζογραφία

Δεξιοτέχνες μουσικών οργάνων έχουν εμπνεύσει συγγραφείς με πρώτον στη σειρά, όχι για το χώρο που αφιερώνει στο όργανο , αλλά για τη δύναμη της γραφής του, το Ο βίος και η Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά του Νίκου Καζαντζάκη.
Η πρώτη γνωριμία του Καζαντζάκη –αφηγητή σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση – με το Ζορμπά έγινε σε ένα καράβι που τους πήγαινε για Κρήτη. Στάθηκε απέναντι στον τριαντάρη συγγραφέα ένας ψηλός, «το πρόσωπό του γεμάτο ζάρες, σκαλισμένο, σκαλισμένο, σαρακοτρυπημένο…», με ένα μπόγο στο χέρι. «- Και τι έχεις στον μπόγο; τρόφιμα , ρούχα, εργαλεία;…Ο σύντροφός μου σήκωσε τους ώμους, γέλασε: …
-Όχι, είναι σαντούρι. –Σαντούρι; Παίζεις σαντούρι; – Όταν με σφίξουν οι φτώχειες , γυρίζω τους καφενέδες και παίζω σαντούρι. Τραγουδώ κιόλας κάτι κλέφτικους σκοπούς μακεδονίτικους. Κι ύστερα βγάζω δίσκο. Να, το σκούφο τούτον και μαζεύω δεκάρες….
-Και πώς έμαθες σαντούρι;…-Σ’ ένα πανηγύρι του χωριού μου, πέρα στη ρίζα του Όλυμπου, άκουσα για πρώτη φορά σαντούρι. Πιάστηκε η αναπνοή μου. Τρεις μέρες έκανα να βάλω μπουκιά στο στόμα μου. Τι έχεις μωρέ;» μου κάνει ο πατέρας μου, ο Θεός να συγχωρέσει την ψυχή του «Εγώ θέλω να μάθω σαντούρι!- Μωρέ, δεν ντρέπεσαι; Κατσίβελος είσαι; όργανα θα παίζεις; – Εγώ θέλω να μάθω σαντούρι!…»
Ενός τέτοιου άντρα θέλησε ο Καζαντζάκης να γράψει το παραμύθι και δεν ήξερε και ο ίδιος τι μορφή να του δώσει: «ρομάντσο, τραγούδι πολύπλοκο, φανταστικό διήγημα της Χαλιμάς ή στεγνά, ξερά, να ξεσηκώσω τις κουβέντες που μου έκανε σ’ ένα ακρογιάλι της Κρήτης…» [σ.9] και τις έμπλεξε όλες σε μία, σε ένα μύθο που καθώς διαβάζουμε νοιώθουμε να γιγαντώνει μέσα μας , να υψώνεται κι από κεί πάνω να διπλώνει στο χορό, να κάνει να μας ακουμπήσει, και πάλι να ξεμακραίνει… Έτσι όπως χορεύει όταν θέλει να «αλαφρώσει».
Στο μύθο του Ζορμπά η μουσική και ο χορός διαχέεται σ’ όλο το έργο, όπως και στη ζωή. Τους καημούς και τις λύπες τους τραγουδούν και χορεύουν οι ήρωες, κι -όπως και στη Ζωή εν τάφω του Μυριβήλη-, όταν δεν μπορούσαν να συννενοηθούν με τα λόγια, χόρευαν και το πετύχαιναν. «[ με το Ρώσο] ότι δεν μπορούσαμε να πούμε με το στόμα , θα το λέγαμε με τα πόδια, με τα χέρια , με την κοιλιά , ή με άγριες κραξιές. «Χάι-χάι! Χόπλα! Βίρα!» …Ε! μωρέ που κατάντησαν οι άνθρωποι, φτού να χαθούνε! Αφήκαν τα κορμιά τους και βουβάθηκαν και μόνο με το στόμα μιλούνε»
Εντυπωσιακή ωστόσο παραμένει η σχέση του λεβεντόγερου με το σαντούρι. Το ξετύλιγε από τα πανιά που το’χε τυλιγμένο «σαν να καθάριζε σύκο, σαν να γδυνε γυναίκα». Χρόνια μετά την ίδια αίσθηση για το αγαπημένο όργανο βρίσκουμε και αλλού. Στο «λαούτο» του Θοδωρή Γκιόνη [από τη συλλογή Τα πορτοκάλια της παλαιάς Επιδαύρου και άλλα διηγήματα] ο οργανοπαίχτης το κλείδωνε στη ντουλάπα «…-Αγορασμένη με λίρες χρυσές –για να είναι σίγουρος μην του το κλέψουν. Έπαιζε αγγελικά και τον ζήλευαν». Όσο για το Ζορμπά: «Απίθωσε το σαντούρι στα γόνατά του , έσκυψε πάνω του, χάιδεψε αλαφριά τις κόρδες του –θαρρείς και το συμβουλεύονταν τι σκοπό να τραγουδήσουν, το παρακαλούσε να ξυπνήσει, το καλόπιανε να ’ ρθει να κάμει συντροφιά στην ψυχή του, που σεκλέτιζε πια, δεν βαστούσε τη μοναξιά» κι όταν το τραγούδι δεν έβγαινε, το κοίταζε με τρόμο, «δεν θέλει, έλεγε, δεν πρέπει να το ζορίζω» [88-89] Μα όταν ήθελε… «πάμε όξω…εδώ στους τέσσερις τοίχους δεν χωράει το σαντούρι, θεριό είναι, θέλει απλοχωριά…[189]» Και τότε άρχιζε και το τραγούδι. «σκοποί μακεδονίτικοι, κλέφτικα τραγούδια, φωνές άγριες, το ανθρώπινο λαρύγγι ξαναγύριζε σε προανθρώπινα χρόνια, όπου η κραυγή ήταν μια αψηλή σύνθεση και συμπύκνωνε ό,τι σήμερα λέμε μουσική, ποίηση και πάθος. «Αχ, βάχ!» φώναζε από το σπλάχνο του ο Ζορμπάς κι όλη η φτενή κρούστα που λέμε πολιτισμό ράγιζε και πηδούσε από μέσα το αθάνατο θεριό, ο τρομερός Γορίλας.»[163]
Στην εφημερίδα “η Πρωία” τον Ιούνιο του 1934 δημοσιεύτηκε ο Βασίλης ο Αρβανίτης του Στρατή Μυριβήλη. Μιλάει για έναν αυθεντικό ήρωα της εποχής έναν “αρχάγγελο της παλικαριάς στα παιδιάτικά μου όνειρα” κατά δήλωση του συγγραφέα, που λειτουργούσε ελεύθερος, έκανε ό,τι ήθελε –καλό- κακό αδιάφορο, μα είχε τη φήμη του γλεντζέ και του λεβέντη και τον σέβονταν όλοι. Από την απέναντι Ανατολή ερχόντανε με τα όργανά τους οι νταουλτζήδες και οι ζουρνατζήδες οι πιο φημισμένοι,… να του παίξουνε να χορέψει. Καρά –Μουσταφά τον λέγαν αυτόν με το τούμπανο.
Τον βλέπαμε και μας έπιανε φόβος από τη θωριά του. Η μητέρα, σαν άρχιζε το χειμώνα να βροντά ο ουρανός από τη μεριά της Ανατολής, …χαμογελούσε : – Μην τρομάζετε, ο Καρά- Μουσταφάς είναι και βαρά το τούμπανό του.[σ.49]
Και μεις πια τότες τόνε βλέπαμε μέσα στη φαντασία μας γίγαντα σαραντάπηχο να γεμίζει το διάστημα με το θεόρατο μπόι του , να’χει το χαλκένιο κεφάλι χωμένο στα σύγνεφα και να χτυπά πάνω από την τρικυμία τ’ουρανού το τούμπανό του…»
Τον άλλον τον λέγανε Τατάρ- αγά κι έπαιζε το ζουρνά. “Τη φυσιογνωμία του την κρατούσαμε στη φαντασία μας έτσι πρησμένη από το φύσημα, τεντωμένη και γιαλιστερή. Ο αέρας γέμιζε από παντού το πρόσωπο που ήταν όλο μια χλωμή φούσκα…Είταν μουσουλμάνοι από τη φυλή των Ζεϊμπέκηδων….Δεν είχαν άλλη δουλειά, ερχόντανε μόνο στα ξεφαντώματα και στα πανηγύρια, για να παίξουν τα μεγάλα τους τούμπανα και τους ζουρνάδες της Ανατολής. Τα τούμπανα βαρούσαν βαθιά σα μακρυνές βροντές του Θεού κι οι ζουρνάδες, κατάμαυροι και μακριοί, τσίριζαν παράφωνα και υστερικά με κάτι ξυλένιους ήχους.”[50]. Κι αφού ο Μυριβήλης περιγράφει τις φορεσιές των Ζεϊμπέκηδων με τις βράκες, τα ζουνάρια, τα μεταξωτά γιλέκα, αλλά και τα θηλυκωτήρια για τις κουτσούδες, τα τουμπανόξυλα, λέει και την εντύπωση από τους ήχους τους μονότονους , τους βαρείς και μεθυστικούς. “Μας τα παιδιά μας γέμιζε μελαγχολία και μας γοήτευε. Σουρχότσνε να σφίξεις πέτρα, ώσπου να μουδιάσει το χέρι από τον πόνο, να κλάψεις, και να φωνάξεις ως τον ουρανό από τον ενθουσιασμό. …Τα παληκάρια σαν ερχόντανε στο κέφι κι άναβαν τα αίματα δεν τους έφταναν τα βιολιά και τα λαγούτα να ξεδόσει το αβάσταχτο μεράκι της καρδιάς. τα ‘διωχναν και γύρευαν τα τούμπανα της Ανατολής,… αποζητούσαν τους πρωτόγονους ρυθμούς…σαν αποξεχασμένα θυμητικά που δέθηκαν μέσα στην ψυχή με τους αρχαίους σκοπούς και τώρα τα ξανάφερνε ο απόηχος….»[51] Και μετά χόρευαν σε αλησμόνητο γλέντι…Τέτοιο που έκαναν γι ‘αυτόν όταν αυτοκτόνησε, κι ο παπάς δεν τον έθαβε χριστιανικά κι ο κόσμος έκανε το λείψανό του επιτάφιο και κατηφορίζοντας στα καλντερίμια βρήκε πάλι τους ανατολίτες Ζεϊμπέκηδες και του συνόδεψαν το ξόδι και αφού τον έβαλαν στο λάκκο κάθισαν κάτω με ρακί και ζουρνά και χόρεψαν όλοι μαζί και συγχώρεσαν…[σ.66-68]
Το 1943 δημοσιεύτηκε και η συλλογή διηγημάτων του Μ. Καραγάτση, Νυχτερινή Ιστορία. Το διήγημα ή καλύτερα η νουβέλα [100 περίπου σελίδες σε πρόσφατη έκδοση] «Λειτουργία σε λα ύφεσις» αναζητά τις σχέσεις και παλεύει τις συγκρούσεις μιας ολόκληρης οικογένειας μουσικών –πατέρας: βιολιστής με φήμη κι όνομα, μάνα: βιολί, μικρός: πιανίστας, μεγάλος αδερφός: βιολοντσέλο και συνθέτης, ξαδέρφη: βιόλα- «που ο καθένας αγαπάει και λειτουργεί τη μουσική θρησκεία με το δικό του τρόπο.»[σ.116] Πρόκειται για ένα εντελώς ξεχωριστό διήγημα που εμπλέκει και οπτικά -δίπλα στις λέξεις -παρτιτούρες και νότες, σ’ ένα χορό συχνά άγριο, συχνά τυραννικό. Αλλά υπέροχο. « Ο άγριος ρυθμός των δακτύλων -του μικρού αδερφού- μου αρπάζει την ψυχή και την παιδεύει σκληρά. Νοιώθω πως το ίδιο συναίσθημα τυραγνάει και τη μητέρα, πως η δοξαριά της ξαδέρφης Τζένιας πάνω στη βιόλα κυβερνιέται από το φοβερό συνεπαρμό του πιάνου. Μόνο ο πατέρας δεν νοιώθει. ..Προσπαθεί να επιβάλλει τη δική του μουσική τάξη με δοξαριές σκληρές , θεληματικές.. Η αρμονία του κουιντέτου κυμαίνεται στην αστάθεια της σύγκρουσης…Και το θέμα των παραλλαγών τελειώνει μέσα σε μια παράξενη ανισορροπία.» Ο Καραγάτσης αποδεικνύεται βαθύς γνώστης της μουσικής. Όλο το κείμενο ξετυλίγεται σαν «μουσική σύνθεση», ή σαν να παρακολουθούμε μουσικούς τις ώρες που εμπνέονται, εκτελούν ή εκτελούνται: «Κι ο μικρός αδερφός πάντοτε απάνθρωπα ατάραχος, σφυροκόπησε στα πλήκτρα τ’ οδηγητικό μοτίβο του “Siegfrieds Tod” με αρμονικό συνδυασμό και ρυθμό χοτ-τζάζ. Θαρρούσε κανείς πως ο μαύρος άγγελος του αποσπερνού οργίαζε καβάλα στα συννεφάκια με το σαξόφωνο της Δευτέρας Παρουσίας…» [σ. 121-122] Κι όλα τα όργανα να εμπλέκονται: πνευστά σε χρόνο largo sostenuto 6/8, βιολιά σε allegro, βιολοντσέλα, κόρνα, φαγκότα, πολυφωνικά σύνολα, καλογυμνασμένες ορχήστρες…Κοινό που χειροκροτεί και αποθεώνει…[σ. 141] Σε ένα παραμύθι με αλλεπάλληλα συμφωνικά κομμάτια, ανόδους, συντριβές και πτώσεις.
Μια τέτοια συντροφιά φαίνεται πως είχε υπόψη του κι ο Γιώργος Σκούρτης όταν το 1971 δημοσίευσε την ιλαροτραγωδία του Οι μουσικοί, όχι απλά ένα θεατρικό έργο με μουσική – που μοιάζει φυσικό και αναμενόμενο, αφού φυσιολογικά η μουσική αποτελεί στοιχείο της παράστασης-, αλλά ένα θεατρικό γραμμένο για μουσικούς. Εμπλέκονται τρεις μουσικοί που κρύβουν τις πραγματικές τους ταυτότητες και υιοθετούν ονόματα από τα μουσικά όργανα που παίζουν –Κουτάλια, Μπάντζο, Φλογέρας-οι οποίοι γυρνούν στους δρόμους , μαζεύουν πενταροδεκάρες και ζουν με το όνειρο να κάνουν τη δική τους ορχήστρα… Θυμίζει το «Οι μουζικάντηδες δεν είναι άνθρωποι ν’ ανοίξεις σπίτι», καταγραφή της κοινής αντίληψης για τη Σοφία Νικολαϊδου , όπως υπάρχει στο Ο φόβος θα σε βρει και θα’ σαι μόνος…
Στα νεώτερα χρόνια ο Μένης Κουμανταρέας με τη Συμμορία της άρπας δίνει μια διαφορετική ερμηνεία του πώς στην εποχή μας αντιμετωπίζεται η επαφή με τη μουσική. Ο πρωταγωνιστής είναι μεν φιλόμουσος με «λίγες γνώσεις πιάνου», αλλά ως «μια αστική συνήθεια που καταστρέφει, αντί να διαπλάθει ακροατές και που κάνει τους ενήλικες να μισούν την καλή μουσική» Οι ήρωες συζητούν για μουσική, αλλά μέσα στο γενικό κλίμα της εποχής, μεμψιμοιρούν για όλα, είναι ενήμεροι κι έχουν γνώμη για όλα. Η περισσότερη κουβέντα αφορά την κλασική μουσική, αφού ένα κεντρικό πρόσωπο του μύθου στα νιάτα του ήταν σολίστ άρπας και τώρα παραδίδει μαθήματα, κάνοντας όμως κανόνα την ελιτίστικη νοοτροπία του προικισμένου καλλιτέχνη και τελικά χάνοντας το δρόμο…
Στον αντίποδα, στα όρια του τέλους του 20ου αι. η Χριστίνα Λαλιώτου με το Τραγούδι του Αρπιστή ταξιδεύει με το ανάλογο όργανο πέντε χιλιάδες χρόνια πριν, αναζητώντας τον ήχο του, τις χορδές που λείπουν και τελικά μέσα στο μύθο ζωντανεύει το μαρμάρινο εδώλιο. Η Λαλιώτου εμπνέεται και από τα λαϊκά πανηγύρια στα νησιά, με τους ερασιτέχνες οργανοπαίχτες, που παίζουν λύρα ή βιολί και τραγουδούν στα πανηγύρια.
Κιθαρίστας αυτοδίδακτος είναι ο ήρωας του Κιθαρίστας σε ταβέρνα του Χρήστου Χαρτοματσίδη, ενός μυθιστορήματος που διαδραματίζεται στη Σόφια της Βουλγαρίας. Αγαπά τη μουσική, δεν έχει και τι άλλο στη ζωή του να κάνει, και διεκδικεί τη θέση του στη λαϊκή ορχήστρα. «΄Αρπαξα την κιθάρα μου , Κρεμόνα των εικοσιεπτά λέβα με πρόσθετο μαγνήτη και τη σύνδεσα με το παλιό μας ράδιο Ουράλ. Άφησα στη διαπασών τα πρίμα κι άρχισα το Χόνικ τονκ γούμαν με πολλή αγάπη για όλους τους κρετίνους στην τσιμεντένια προκάτ πολυκατοικία μας…Το να παίζεις κιθάρα είναι αρετή που ο κόσμος δεν την πολυεκτιμάει. Ποτέ δεν άκουσα τη μάνα μου να παινευτεί ότι τυγχάνω κιθαρίστας –ροκάς.» Στο γυμνάσιο έφτιαξαν το πρώτο τους γκρουπ. Η λαϊκή ορχήστρα αποτελείτο από κιθάρα, ακορντεόν, νταούλι, κλαρίνο και παίζοντας σε γάμους, λαϊκά μαγαζιά και πανηγύρια, αλλά υπακούοντας και στις ντιρεκτίβες του κόμματος, αφού όλα συμβαίνουν στη δεκαετία του 70, έφτανε να ζει και στιγμές …ροκ: «Σε μια στιγμή είχαμε μεταμορφωθεί από γυφτοχαβαλέδικη ορχήστρα σε αυθεντικό ροκ γκρουπ και γρατζουνούσαμε με τα μακριά μας μαύρα νύχια κατευθείαν πάνω στα ξεθωριασμένα νεύρα της ψυχής.»
Δεξιοτέχνης της κιθάρας, “η πιο γρήγορη κιθάρα στο Μάουντ Πλέζαντ του Μίσιγκαν” είναι και η ηρωίδα της Σώτης Τριανταφύλλου στη Φτωχή Μάργκο . Έφτιαξε μ’ άλλες δυο ένα τοπικό συγκρότημα τις Αγριόγατες και παίζοντας στα υπόγεια φιλικών σπιτιών , ή στο πίσω μέρος ενός καφέ, πέτυχε να κάνει πράξη το όνειρο φυγής για τη μεγάλη πόλη και τις δυνατές συγκινήσεις. Πάρτυ, πρόβες σε στούντιο, γρατζουνίσματα ή καλή κιθάρα εναλλάσσονται συνεχώς. Ήχοι εικόνες, θυμοί και εκρήξεις σύμφυτοι της εποχής και του τόπου.
Ανάλογης θεματολογίας είναι και «η Πρόβα» , από τη συλλογή Κομματάκια του Βαγγέλη Ραπτόπουλου. Μια παρέα μπλέκει το όραμα με την πραγματικότητα και ξεχύνεται για πρόβα μπρος στον κόσμα, “για να βγάλει γκόμενες”, “για φιγούρα”…”Αλλιώς γιατί να κάνουμε πρόβα;” Ένα μπάσο , μια κιθάρα: “Ο Αντώνης ζάρωσε τα φρύδια του. Είπε κάτι για μπλούζ. Από κάτω η βουή αμείωτη. Μπήκε πρώτα το μπάσο. Ο Οδυσσέας χτυπούσε το τομ και χοντρές στάλες ιδρώτα έκαναν κόμπους στο μέτωπό του. Οι μπαγκέτες στα χέρια του ανεβοκατέβαιναν και χαράκωναν το ταμπούρλο, τα πιατίνια, τα τομ, διαδοχικά όλη τη ντραμς.” Και μετά έδεσε και η φωνή” Ξεπήδησε μέσα μου από το στόμα μου, δυνατή και ασυνήθιστη η διφωνία΄΄΄”[28]. Και πλάκωσαν τα νεράτζια!! Κι έφυγαν τρέχοντας, και πίσω κάτι νταγκλαράδες τους κυνηγούσαν!
Το μυθιστόρημα της Μάρως Βαμβουνάκη Ο Πιανίστας και ο θάνατος αντλεί τον τίτλο του από μια στιγμή στη ζωή της ηρωίδας που τη βοήθησε να δει τη ζωή της από διαφορετική γωνία, σε βάθος. Στη Βαρσοβία , σε θέατρο του 19ου αι. με βαρύτιμα χαλιά, κατακόκκινα βελούδα, κρυστάλλινους πολυελαίους, αδύνατα δάχτυλα που βηματίζουν πάνω στα πλήκτρα, «η αιώνια σκιά του Σοπέν, σκύβοντας πάνω από το πιάνο, νικάει το θάνατο. Γιατί η δύναμη της Ομορφιάς, του Έρωτα, της Τέχνης, είναι μεγαλύτερη από τη δύναμη του θανάτου…» Και μόλις η συναυλία τελειώνει «το βουητό των ανθρώπων ακούγεται πιο χαμηλό από όσο την ώρα που μπαίνανε. Δεν υποφέρουν ακόμα τις φωνές τους …αποφεύγουν το θόρυβο. Ακούνε ακόμα στ’ αυτιά τους τις μελωδίες του πιάνου …δεν θέλουν να βγουν έξω από τη μαγεία που τους δωρήθηκε. Το αναβάλλουν κάνοντας σιωπή.»[87]
Στο ίδιο μοτίβο είναι και Οι βιολιστάδες του Αιγαίου, του Μπριγιάλλη. Ο Γιώργος Σκαμπαρδώνης όμως στο Ουζερί ο Τσιτσάνης φαίνεται πως κάνει μια μυθιστορηματική βιογραφία αλλά περισσότερο νομίζω πως γράφει ένα συναρπαστικό μυθιστόρημα με γνωστά –απλώς- πρόσωπα. Ξεκινά την ιστορία, -που αρχινά και τελειώνει μέσα στην Κατοχή, με θέματα πολέμου και αντίστασης, με ιστορίες προσωπικές, όλες γύρω από το μεγάλο συνθέτη- από την ορχήστρα στο πάλκο του Ουζερί των δώδεκα τραπεζιών και των συγκεκριμένων θαμώνων. Κατ’ εξοχήν περιγράφεται ο Τσιτσάνης: «…πιάνει ένα ποτηράκι και πίνει ό,τι πάντα: μισό ποτηράκι ρετσίνα Καμπά και το άλλο μισό νερό. Ρουφάει μια γουλιά , συγκρατημένα. Πάντα λιτός και λιγόφαγος. Πίνει λίγο, το βυζαίνει και τσιμπάει κοροϊδίστικα. Με τον αέρα ζει. Είναι ικανός να βγάλει τρεις Κατοχές με σκέτο νερό και στο ένα πόδι.» Ο Σκαμπαρδώνης στρέφει την ιστορία στο πώς ο Τσιτσάνης δουλεύει, στο «τετράδιο με τα μπλέ εξώφυλλα», όπου «ό,τι είναι γραμμένο να γραφτεί , Θα γραφτεί»[70], στον τρόπο διασκέδασης, «τη χαρτούρα με τα πληθωρισμένα εκατομμύρια», στους ρεμπέτες, στα ρεμπέτικα, στους μαυραγορίτες, στους αντιστασιακούς, «τους ανθρώπους του δικτύου», στο πώς βγήκε η «Σεράχ» από το χαλί που κρέμεται στον τοίχο «που είναι προίκα της Ζωής, αλλά δεν το λέω παραέξω.. γιατί θέλουν να πιστεύουνε πως πήγα στην Τουρκιά και την είδα τη Σεράχ πραγματικά…»[203] . «Το ουζερί δουλεύει στο μάτι της καταιγίδας , κόντρα και ταυτόχρονα έξω από αυτήν»[σ.10].
Στη σύγχρονη εποχή και στα σκυλάδικα, στριπτιτζάδικα και άλλα όμοια, αναφέρεται το μυθιστόρημα του Χωμενίδη, Η Φωνή. Ο ήρωας είχε την ιδιαιτερότητα να σφυρίζει: «από τα σουφρωμένα χείλη του ανέβρυζε μια πλούσια ποικιλία από ηχοχρώματα, τρίλιες και μελωδίες- λες κι είχε ο Δώρος εγκατεστημένη μες στο στόμα του μια μικροσκοπική ορχήστρα». Στο ωδείο στη Ρωσία έμαθε τρομπέτα, αλλά κατέληξε να παίζει στη «Νέα Αραμπέλλα», πρώτος στην τρομπέτα σοβιετικά εμβατήρια κι ακολουθούσαν πίσω το μπαλέτο που σήκωναν όσο περισσότερο μπορούσαν τα υπέροχα πόδια τους, πριν αρχίσει το στριπτήζ. Μετά άρχιζε το λαϊκό πρόγραμμα που αποκάλυψε τη φωνή του, «σπάνια σε ένταση και ποιότητα» που τραγούδαγε τα πάντα- τεράστια γκάμα στο πεντάγραμμο. Στο μυθιστόρημα εμπλέκονται ξοφλημένες δισκογραφικές εταιρίες, όλο το χαμηλό κύκλωμα του τραγουδιού, κυκλοφορίες δίσκων, κυκλώματα, δημόσιες σχέσεις…Βάζουν το Δώρο να αντικαταστήσει έναν άλλον στη φωνή , χωρίς καν να το ξέρει, χωρίς να συνομολογήσει σε μια απάτη: «τα τραγουδούσε μια κι έξω χωρίς δισταγμό, χωρίς να χάνει μια νότα, λες και κυλούσαν εκ γενετής στις φλέβες του. Ως το ξημέρωμα ο δίσκος είχε ολοκληρωθεί».[181]. Κι οι κριτικές υπέροχες. Αισθάνθηκαν όλοι ότι αναπτερώθηκαν οι ελπίδες τους με κάτι καινούριο που ερχόταν, κάτι αγνό και λαϊκό , κάτι γνήσιο που ανέτειλε… Τη Φωνή χαρακτηρίζει αυτό που γράφει ο ίδιος ο συγγραφέας στο εξώφυλλο: «Όταν το πάθος γίνεται καριέρα κι η καριέρα απάτη, οι προβολείς αναβοσβήνουν ολοένα και πιο γρήγορα για να ζαλίσουν το κοινό. Κάποιοι τυχάρπαστοι νομίζουν ότι έπιασαν την καλή…»

***** Ιδιαίτερη κατηγορία σε τούτη την ενότητα αποτελεί η περίπτωση που οι ίδιοι οι μουσικοί αυτοβιογραφούνται, σε κείμενα όμως ιδιαίτερης λογοτεχνικής αξίας, τα οποία και δεν προβάλλουν ξεκάθαρα ως προσωπική του βιογραφία, -διότι τότε δεν θα ήταν αξιοποιήσιμα από τη συγκεκριμένη μελέτη, ούτε θα μπορούσαν να ανθολογηθούν εδώ- αλλά είναι ολοκάθαρο συμπέρασμα των αναγνωστών τους. Τέτοια είναι η περίπτωση του Σταύρου Κουγιουμτζή , ο οποίος στο βιβλίο του Ανοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια [ Κέδρος] αναπλάθει βιωματικές καταστάσεις, στις οποίες πρωταγωνιστεί συνήθως ο ίδιος ως πιανίστας, του πιο ολοκληρωμένου δηλαδή τύπου καλλιτεχνικής ευαισθησίας και ιδιοσυγκρασίας. Στόχος ήταν να καταγράψει γεγονότα της ζωής του υπό μορφή χρονικού «με λόγο ρυθμικό, λιτό, ξερό κι ενορχηστρωμένο, όπως τα τραγούδια του» . Το ίδιο συμβαίνει και στο πιο πρόσφατα εκδιδόμενο έργο Στα διώροφα έμεναν οι όμορφες [Κέδρος]. Έτσι έχουμε τον ιδιαίτερο τύπο όπου ο ίδιος ο μουσικός είναι και συγγραφέας, συνενώνοντας τα δυο καλλιτεχνικά χαρίσματα.

• Το μοτίβο των στίχων μέσα στον πεζό λόγο

Στιχάκια διαχεόμενα σε διηγήματα είναι ένα μοτίβο που εμφανίζεται πολύ συχνά να εμπλέκει μουσική και λογοτεχνία. Ως και την περίοδο της Μεσοπολεμικής πεζογραφίας το συναντούσαμε ως δίστιχο δημοτικού τραγουδιού που υπογράμμιζε τις χαρές και τις λύπες, όπως στο «Αληθινό παραμύθι» από τις Νησιώτικες Ιστορίες του Αργύρη Εφταλιώτη. Στη «Μπουχούτσα» του Μ. Καραγάτση, διήγημα από τη συλλογή Το μεγάλο Συναξάρι [1951], συναντούμε ολόκληρα τραγούδια που συνοδεύονται από μπαλαλάικες «αβάντι πρελούδιο σε λα μινόρε» οκαρίνες, φυσαρμόνικες ή ντέφια, που τραγουδιούνται ή χορεύονται: ¨τράγκα τρούγκα η μουσική. Σερετιλίκι κι άγιος ο Θεός!»
Ο Γ. Θεοτοκάς στο Λεωνή, χρησιμοποιεί καντάδες, ο Μενέλαος Λουντέμης στο Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, σχολικά τραγούδια και στιχάκια της εποχής, ενώ στο διήγημα «Τα ρέστα» του Κώστα Ταχτσή , από την ομώνυμη συλλογή [1972] χρησιμοποιούνται σκοποί από το ανοιγμένο γραμμόφωνο για να υποδηλώσουν την ψυχολογική μετάπτωση των ηρώων. Στο «Ψαράκι της γιάλας» του Μάριου Χάκκα ο σκοπός του εμβατηρίου της Χούντας, όταν πέρασε από το ραδιόφωνο στο βήμα κι ίσως και στα χείλη του ήρωα, δήλωσε και την υποταγή του. Στο Έτσι τα ‘φερε η μοίρα του Γιάννη Σπανδωνή, ένα σύγχρονο μυθιστόρημα για το τέλος όμως του 19ου αι., οι δημοτικοί στίχοι εναλλάσσονται με εμβατήρια, μοιρολόγια, λαϊκά ρεφραίν, ή σατιρικά ποιήματα και τραγούδια που η παρέα τραγουδούσε ή χόρευε εν μέσω πολέμων και ιδεολογικών συγκρούσεων.
Διάσπαρτους στίχους έχουμε και στον «Ηπειρώτη» του Σταύρου Αντωνίου. Ο ήρωάς του έβρισκε λύτρωση στο τραγούδι. “Φωνή σαν αηδόνι”, μα χτυπημένος μ’ αστροπελέκι. Ξεθύμανε στο τραγούδι. Κι ας το μπέρδευε αργότερα με ταραγμένες εικόνες του μυαλού κι ασυνάρτητα λόγια…

• Το μοτίβο του τραγουδιού που εμψυχώνει- το «σημείο αναφοράς»

Πολύ συχνό στην πεζογραφία είναι το μοτίβο του τραγουδιού που εμψυχώνει. Συνήθως θα το συναντήσουμε να επανέρχεται κυκλικά ως σημείο αναφοράς, όπως στο «Τραγούδι στην Αθήνα» του Δημήτρη Χατζή, διήγημα από τη συλλογή Θητεία, που επαναλαμβάνει ρυθμικά το πρώτο δίστιχο του γνωστού τραγουδιού του Παναγιώτη Τούντα «η Βαρβάρα κάθε βράδυ στη Γλυφάδα ξενυχτάει», ενώ ο Αγγελος Τερζάκης στη Μενεξεδένια Πολιτεία χρησιμοποιεί στίχους επαναλαμβανόμενους κυκλικά, είτε ως αναμνήσεις, είτε συνοδευόμενους από κιθάρα, είτε ακόμα κι ως νανούρισμα. Ο συγγραφέας αισθάνεται το σχήμα και το υπογραμμίζει: «Θε μου, όλα σ’ αυτόν τον κόσμο κάνουν έναν κύκλο. Όπου το τέλος εκεί και η αρχή.»
Η ηρωίδα της Αλκης Ζέη στην Αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, στην πιο δύσκολη στιγμή της, για να μην καταρρεύσει –μέσα στην Ασφάλεια, πριν την εκτέλεση- τραγουδάει το τραγούδι που έλεγε σ’ όλο το σχολείο και χάρη στο οποίο κέρδισε και το παρατσούκλι της “το Φεγγαράκι”. Ανάλογα συμβαίνουν στη «Δικαιοσύνη» του Χριστόφορου Μηλιώνη από τη συλλογή Χειριστής Ανελκυστήρος [1993]. Ο ίδιος συγγραφέας εξέδωσε το 1961 και τη συλλογή διηγημάτων με τίτλο Παραφωνία, κάνοντας φανερή την επιλογή του να ενσωματώσει μουσικούς όρους στον πεζό λόγο. Στη συλλογή Ματωμένα Χρόνια του Σωτήρη Πατατζή θα βρούμε το διήγημα “το Χάνι Καλλιθέας” για να δούμε πώς φτιάχτηκε μέσα στην αντίσταση ένα κατόρθωμα των ανταρτών τραγούδι, «σαν να ξανακούρδισε ο λαός την αποξεχασμένη λύρα του» . Στην ίδια συλλογή και στο ίδιο μοτίβο και το διήγημα «Ο Χάρος πάει στο πανηγύρι».
Δεν είναι απαραίτητα μελαγχολικός ο συνειρμός. Ο καπετάνιος , ήρωας του “Caminito” , διηγήματος του Τζώρτζη Μαράτου, από τη συλλογή Ο λαθρεπιβάτης Ιωάννης Μεταξάς κι άλλες ναυτικές ιστορίες, επαναφέρει στη μνήμη του το ομώνυμο τραγούδι κάθε φορά που τον πιέζει η ανάμνηση της γυναίκας του κι έχει ανάγκη να αρπαχτεί από τη ζωή: «Έβαζε μπροστά του ένα μπουκάλι κι άκουγε στο γραμμόφωνο το Caminito. Πώς το χόρευαν μαζί, πώς της έ,μαθε το τανγκό το αργεντίνικο, και κυρίως πώς θα είναι το Caminito, η βίλα που θα χτίσει στα Μεταξάτα στην Κεφαλλονιά.»

• Το μοτίβο του επιτάφιου θρήνου

Ένα άλλο μοτίβο που επανέρχεται συχνά είναι εκείνο του Επιτάφιου Θρήνου, είτε ως απλός τίτλος παραπέμποντας στα σχετικά τραγούδια, κυρίως της αντίστασης και του εμφυλίου, όπως το Πνευματικό Εμβατήριο του Σωτήρη Πατατζή, ή στον Επιτάφιο Θρήνο [1981] του Γ. Ιωάννου , είτε ενσωματωμένο στο κείμενο ως μοιρολόι και θρηνητικό τραγούδι, που «λέγεται και δεν τραγουδιέται» όπως συμβαίνει στο «+13-12-43», από τη συλλογή Για ένα φιλότιμο, του Γιώργου Ιωάννου [1964], ή στο Τα παιδιά του ήλιου και της θάλασσας , του Γιάννη Μαγκλή, όπου ο θρήνος των γυναικών για τον αδικοχαμένο σφουγγαρά τραγουδάει και κλαίει μαζί με κείνου το χαμό και τη μοίρα τους. Ένας θρήνος που δραματοποιείται, σαν χορός αρχαίας τραγωδίας, κι ακούγεται μπρος στα μάτια και τα αυτιά των αναγνωστών του. Ο Μαγκλής το 1983 εξέδωσε και το Τραγούδι της ζωής και του θανάτου, πολύ κοντά στην προηγούμενη θεματολογία. Στο ίδιο μοτίβο είναι βέβαια και κείμενα που αναφέρονται σε ήρωες της Ελληνικής επανάστασης, έστω κι αν γράφονται αργότερα, όπως το “Πρωτοτράγουδο” του Γιάννη Βλαχογιάννη, από τη συλλογή Μεγάλα Χρόνια [1914] ή το Ζακυθινό μαντίλι του Γρηγόρη Ξενόπουλου. Ωστόσο, από τα πιο χαρακτηριστικά σε αυτό το μοτίβο παραμένει το τελευταίο κεφάλαιο από τον Βασίλη τον Αρβανίτη του Μυριβήλη, όπου τον ήρωα – που τον συναντήσαμε και αλλού- μοιρολογούν νέες κοπέλες: “Τραγούδια του γάμου του’λεγαν , της ερωτιάς τραγούδια κι όλα τα λιανοτράγουδα που του ταίριαζαν οι κοπέλες του χωριού. Σαν αγαπητικές τον καλούσαν , σα στεφανωτές του τόνε κλαίγανε. Και σαν μάνες που ξεπαίδεψαν και σαν παιδια΄που ορφάνεψαν. Κι οι μαντινούδες του έφτιαχναν μαντινάδες: “Ψηλά πετούσε ο σταβραητός, πικρό τον πήρε βόλι / κι η μαύρη οχιά το μάρανε τ’ όμορφο περιβόλι.”

• Η επιρροή της Βυζαντινής μουσικής και ψαλμωδίας

Η Βυζαντινή μουσική έχει αφήσει έντονες τις επιρροές της στη λογοτεχνία. Δεν μπορούμε να μην θυμηθούμε τις πολλαπλές σχετικές αναφορές του “κοσμοκαλόγερου” των Ελληνικών πραγμάτων, Αλέξανδρου Παπαδιαμάντη ,όπως “Στο Χριστό στο Κάστρο”, ή στο “Η Ντελησυφέρω”. Σε αυτό το κλίμα είναι και «Τα τρία κεράκια» της Πηνελόπης Δέλτα , διήγημα από τη συλλογή Παραμύθια και άλλα [Εστία , 1915] με αναφορές στον μακεδονικό αγώνα. Το 1936 κυκλοφόρησε ο «Βυζαντινός Όρθρος» διήγημα του Ζαχαρία Παπαντωνίου. Ο Μ. Καραγάτσης στο διήγημα «Ο άνθρωπος με το κανελί πανωφόρι», από τη συλλογή Η μεγάλη Λιτανεία [πρωτοεκδόθηκε το 1956], γράφει τον ψαλμό, φαντάζεται τη μελωδία, ακούει και τη φωνή: «Μελωδία υποβλητική, καταθλιπτική, ειπωμένη σιγανά με φωνή «βαρείαν, βραχνήν και οινόγλυφα». Προσπάθησα να τοποθετήσω τον ψαλμό μέσα στη μορφολογία της εκκλησιαστικής μουσικής …άφησα τη διαίσθησή μου να κάνει την ταξινόμηση: κοντάκιον αυτόμελον, ήχος πλάγιος, δεύτερος»
Mε ψαλμούς αρχίζει η πρώτη και η δεύτερη ενότητα στο διήγημα «Η Σάρξ» του Αντώνη Σαμαράκη, από τη συλλογή Ζητείτ’ ελπίς , με ήρωα ένα εφημέριο σε μια εποχή πείνας και σε μια περιοχή που οι άνθρωποι δεν μπορούν να χορτάσουν τη σάρκα τους. Στο “Άρατε πύλας…” , διήγημα του Φώτη Νικητόπουλου πλημμυρίζουμε από πανηγυρικά αναστάσιμα τροπάρια “θριαμβικά εμβατήρια ζωής…που τα ΄λεγαν και τα ξαναλεγαν –καθώς παράγγελνε το τυπικό- αντιφωνικά , χωρισμένοι σε δυο ημιχόρια” και δεν τα χόρταιναν ποτέ. Λιτανείες, καμπάνες, βαρελότα, ολοκληρώνουν την πανδαισία των ήχων και των εικόνων.
Ιδιαίτερη ωστόσο περίπτωση αποτελεί η αναφορά στον βυζαντινό ψαλμό όπως γίνεται από τον Αλέξη Πανσέληνο στη Μεγάλη Πομπή. Το μυθιστόρημα έχει και αλλού ιδιότυπες οπτικές εικόνες που απεικονίζουν το διαφορετικό που ο συγγραφέας θέλει να “σημάνει”, αλλά στην περίπτωση της βυζαντινής ψαλμωδίας των Εγκωμίων οπτικοποιεί λες και θέλει να σημειώσει στις γραμμές υφέσεις και διέσεις, “το λεπτεπίλεπτο μαίανδρο του μέλους” τη στιγμή που “άγνωστο πώς[…] έψαλε κι αυτός με τους άλλους….κι αισθάνθηκε τα δάκρυά του να φθάνουν ως τις άκρες των βλεφάρων του”.

• Το μοτίβο της «μουσικής υπόκρουσης»

Συχνά στην πεζογραφία η μουσική υπάρχει για να δίνει ύπαρξη στα διαδραματιζόμενα, ένα είδος χορού αρχαίας τραγωδίας που δεν παίρνει μέρος στη δράση, αλλά στήνει τη σκηνή. Έτσι μπορούμε να δούμε τη σκηνή στο Μακρύ, βαρύ ζεϊμπέκικο του Πλατάκη, από τις Σκιές στο Περιστύλιο του Γιώργου Παπαχρήστου, ή ακόμα και την «Τελευταία Εκδρομή» του Θόδωρου Γρηγοριάδη. Οι μαθητές, γλεντούσαν, μεθούσαν στις ντίσκο, στα μπαρ, χόρευαν σε ρυθμούς και ήχους γνωστούς, αλλά δεν άκουγαν τίποτα «…χόρευε μουσκεμένη πάνω στη γλιστερή επιφάνεια του πάγκου, κάτω από τους ήχους ενός ελληνικού τραγουδιού του παλιού ελληνικού κινηματογράφου, κάτι για χάντρες και άντρες έλεγε.»
Οπωσδήποτε αυτό το μοτίβο είναι πολύ συχνό και συναντάται σε όλα τα κείμενα που έχουν γραφεί με «κινηματογραφικό τρόπο», σαν να παίζονται δηλαδή μπροστά στα μάτια των αναγνωστών, κι όχι μόνο να αφηγούνται…

• Από τη σύγχρονη λογοτεχνική παραγωγή σταχυολογούμε τίτλους με μεταφορική σημασία όπως είναι Το τραγούδι της ψυχής του Γιώργου Λεονάρδου [ Λιβάνης 2000] στο οποίο γίνεται λόγος για τη Σμύρνη μετά την καταστροφή της, ενώ στην Ανατολή αναφέρεται και το Τι να θυμηθώ, τι να ξεχάσω του Γιάννη Σαλαπασίδη, με συνειρμικές αναφορές στο γνωστό δίστιχο.

ΑΝΤΙ ΕΠΙΛΟΓΟΥ

Αυτή ήταν μια πρώτη καταγραφή σε ένα τόσο μεγάλο κι ενδιαφέρον θέμα για τη σχέση λόγου και μουσικής, -ή για τη μουσική στην τέχνη του λόγου- , δυο τεχνών που ίσως είχαμε μάθει να μη συγχέουμε, να αντιδιαστείλουμε, αντί να συνδέουμε. Η εποχή μας όμως είναι εποχή της σύνθεσης, του παράλληλου κοιτάγματος, της αναζήτησης σχέσεων και συνδέσεων… Συμβαίνει λοιπόν, και η πεζογραφία ναι μεν να πατάει στη γη, αλλά από κει κάτω τα μάτια της να ατενίζουν τον ουρανό και να ψάχνουν τις μελωδίες του…
Γι’ αυτό, αντί για όποιο άλλο «κλείσιμο» , μετά από τόσο λόγο και ήχους, αντιγράφω από το Μπαρ Φλωμπέρ του Αλέξη Σταμάτη : «Η τζαμαρία του Λόντον Μπαρ ήταν γεμάτη αφίσες που ανήγγελαν τζαζ αφιερώματα και λογοτεχνικές βραδιές…το βράδυ είχε live τζαζ με τον πιανίστα Τέτε Μοντολίου. Την επομένη έπαιζε ένας Αμερικάνος μπλουζίστας , ενώ την Τετάρτη η βραδιά ήταν αφιερωμένη στην ποίηση…»

Η ΜΟΥΣΙΚΗ ΣΤΗΝ ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ του ΕΙΚΟΣΤΟΥ ΑΙΩΝΑ

ΣΥΓΚΕΝΤΡΩΤΙΚΟΣ ΠΙΝΑΚΑΣ ΠΑΡΑΘΕΜΑΤΩΝ

1. Αθανασιάδης- Νόβας ,Τα παιδιά της Νιόβης, μυθιστόρημα, εκδ. Εστία, 1988
2. Αντωνίου Σταύρος , Ο Ηπειρώτης, από τη συλλογή διηγημάτων Η πόλη των ηρώων, εκδ. Σιγαρέτα. [Δημοσιεύτηκε στο περιοδ. Δίφωνο , τ. 76, Ιανουάριος 2002, σ.70-71]
3. Βαμβουνάκη Μάρω, Ο πιανίστας και ο θάνατος, μυθιστόρημα, Δόμος 1996
4. Γιάννης Βλαχογιάννης, Μεγάλα Χρόνια, [διηγήματα: ενδιαφέρει το “Πρωτοτράγουδο”], εκδ. Εστία
5. Γκόνης Θόδωρος, Τα πορτοκάλια της παλαιάς Επιδαύρου και άλλα διηγήματα, εκδ. Άγρα, Αθήνα 2002 [«Το λαούτο» δημοσιευμένο στο Δίφωνο, τ. 78, Μάρτιος 2002, σ.77]
6. Γρηγοριάδης Θόδωρος, «Η τελευταία εκδρομή»,διήγημα, δημοσιευμένο στο περιοδ. Δίφωνο, τ. 77, Φεβρουάριος 2002, σ. 104-105.
7. Εφταλιώτης Αργύρης, Νησιώτικες Ιστορίες , διηγήματα, [ενδιαφέρει το «Αληθινό παραμύθι»], εκδ. Εστία
8. Δέλτα Πηνελόπη, Παραμύθια και άλλα, διηγήματα, [ενδιαφέρει το «Τα τρία κεράκια»], Εστία
9. Ζέη Αλκη, Η αρραβωνιαστικιά του Αχιλλέα, μυθιστόρημα, εκδ. Κέδρος
10. Θεοτοκάς Γιώργος ,Αργώ ,μυθιστόρημα, εκδ. Εστία
11. Θεοτοκάς Γιώργος, Δαιμόνιο, μυθιστόρημα, εκδ. Εστία
12. Θεοτοκάς Γιώργος, Λεωνής, μυθιστόρημα, εκδ. Εστί
13. Θεοτόκη, Οι Σκλάβοι στα δεσμά τους, μυθιστόρημα [εξαντλημ.]
14. Ιωάννου Γιώργος, Επιτάφιος Θρήνος, διηγήματα, Κέδρος
15. Γιώργος Ιωάννου, Για ένα φιλότιμο, διηγήματα,[ «+13-12-43»], Κέδρος
16. Μ. Καραγάτσης, Ιστορίες αμαρτίας και αγιοσύνης [Νέα έκδοση που συγκεντρώνει επιλεγμένα διηγήματα και νουβέλες του Καραγάτση από τον Στρ. Πασχάλη], Εστία, Αθήνα 2000
17. Καραγάτσης Μ., Νυχτερινή Ιστορία, συλλογή διηγημάτων,[ενδιαφέρει η «Λειτουργία σε λα ύφεσις»: νουβέλα] Εστία, 1995
18. Καραγάτσης Μ., Η μεγάλη Λιτανεία, διηγήματα, [ενδιαφέρον διήγημα «Ο άνθρωπος με το κανελί πανωφόρι»], Εστία, 1993
19. Καραγάτσης Μ., Το μεγάλο συναξάρι, διηγήματα, [«Μπουχούτσα», διήγημα] , Εστία, 1999
20. Καζαντζάκης Νίκος, Βίος και Πολιτεία του Αλέξη Ζορμπά, μυθιστόρημα, εκδ. Ελένης Καζαντζάκη, Αθήνα
21. Σταύρος Κογιουμτζής, Ανοιχτά παράθυρα με κλειστά παντζούρια , διηγήματα, [ Κέδρος]
22. Σταύρος Κογιουμτζής, Στα διώροφα έμεναν οι όμορφες , διηγήματα, [Κέδρος].
23. Κουμανταρέας Μένης, Η συμμορία της άρπας, μυθιστόρημα, Κέδρος, Αθήνα 1993
24. Λαλιώτου Χριστίνα, Το τραγούδι του Αρπιστή, μυθιστόρημα, ΄Αγκυρα, 2001
25. Λεονάρδου Γιώργος ,Το τραγούδι της ψυχής , μυθιστόρημα, Νέα Σύνορα, Α.Α. Λιβάνης 2000
26. Λουντέμης Μενέλαος, Ένα παιδί μετράει τ’ άστρα, μυθιστόρημα, εκδ. Δωρικός
27. Μαγκλής Γιάννης, Τα παιδιά του ήλιου και της θάλασσας , διηγήματα, Δωρικός
28. Μαγκλής Γιάννης, Τραγούδι της ζωής και του θανάτου, [διηγήματα] εκδ. Δωρικός
29. Μαράτος Τζώρτζης, Ο λαθρεπιβάτης Ιωάννης Μεταξάς και άλλες ναυτικές ιστορίες, εκδ. Καστανιώτη, [ενδιαφέρει το διήγημα Caminito, που έχει δημοσιευτεί στο περιοδ. Δίφωνο, τ. 82, Ιούλιος 2002, σ. 108-109]
30. Μαυρουδής Κώστας, «Ερανίσματα», περιοδ. Το Δέντρο, κείμενα και μουσικά κείμενα, Νοεμβριος 2004- Ιανουάριος 2005, σ. 158- 162
31. Μηλιώνης Χριστόφορος, Χειριστής ανελκυστήρος, διηγήματα [ενδιαφέρει η “Δικαιοσύνη”], Κέδρος
32. Μηλιώνης Χριστόφορος, Παραφωνία, διηγήματα
33. Μυριβήλης Στρατής, Ζωή εν τάφω, μυθιστόρημα, εκδ. Εστία
34. Μυριβήλης Στρατής, Ο Βασίλης ο Αρβανίτης, νουβέλα, εκδ. Ερμής, Αθήνα 1972 [β΄ έκδ. αναθεωρημένη] [Η α΄έκδοση της Εστίας είναι εξαντλημένη]
35. Νικητόπουλος Φώτης, «Άρατε πύλας» στη συλλογή διηγημάτων «Εν Δωδεκανήσω…», Κέδρος 2002
36. Νικολαϊδου Σοφία, Ο φόβος θα σε βρει και θα’ σαι μόνος, , μυθιστόρημα, Κέδρος
37. Ξενόπουλος Γρηγόρης, Ζακυθινό μαντίλι [εξαντλημένο]
38. Ξεφλούδας Στ.,Η Εσωτερική Συμφωνία , μυθιστόρημα, [1932]
39. Πανσέληνος Αλέξης, Η μεγάλη Πομπή, μυθιστόρημα, Κέδρος
40. Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος, Άπαντα, εκδ. Κώστα Μπούζα [ενδιαφέρουν τα διηγήματα: «Ο γείτονας με το λαγούτο», «Η Ντελησυφέρω», «Στο Χριστό στο κάστρο», «Η τρελή βραδιά».]
41. Παπαδιαμάντης Αλέξανδρος, Χριστουγεννιάτικα Διηγήματα , Άγκυρα [νεώτερη έκδοση εκδ. Εστία]
42. Παπαντωνίου Ζαχαρίας, Διηγήματα, ενδιαφέρει ο Βυζαντινός όρθρος, Εστία
43. Παπαχρήστος Γιώργος, Σκιές στο Περιστύλιο, μυθιστόρημα, Νέα Σύνορα, Α. Α. Λιβάνης
44. Πατατζής Σωτήρης, Ματωμένα Χρόνια, συλλογή διηγημάτων, Εστία. [ενδιαφέρουν τα : «Το Χάνι Καλλιθέας», « Ο Χάρος πάει στο πανηγύρι»]
45. Πατατζής Σωτήρης , Πνευματικό Εμβατήριο, διηγήματα, Κέδρος
46. Πιπίνου Τίτσα, Ονειροπαγίδα, μυθιστόρημα, ΄Αγκυρα, Αθήνα 1999
47. Πολίτης Κώστας, Eroica , [με εισαγωγή του επιμελητή Peter Mackridge], μυθιστόρημα, εκδ. Βιβλιοπωλείον της Εστίας, Ι. Δ. Κολλάρου & Σίας ΑΕ, Αθήνα 1995
48. Ραπτόπουλος Βαγγέλης, Η γενιά μου, περιλαμβάνει τα: Κομματάκια, Διόδια, Τα τζιτζίκια,[ συλλογή εκτενών διηγημάτων], Κέδρος 2003
49. Ριτσώνης Κώστας, ΟΙ τσίλιες και άλλα μικρά πεζά, εκδ. Τράμ, Θεσσαλονίκη, [οι υπότιτλοι : «Το όργανο», «Το μπουζούκι», δημοσιευμένοι στο περιοδ. Δίφωνο, τ. 80, Μάιος 2002, σ. 106-107
50. Σαλαπασίδης Γιάννης, Τι να θυμηθώ, τι να ξεχάσω, μυθιστόρημα, εκδ. Λιβάνη
51. Σαμαράκης Αντώνης, Ζητείτ’ ελπίς, [διηγήματα] Ελευθερουδάκης, 1975
52. Γιώργος Σκαμπαρδώνης, Ουζερί Τσιτσάνης, μυθιστόρημα, Κέδρος, 2001
53. Σκαρίμπας Γιάννης, το Σόλο του Φίγκαρω, μυθιστόρημα, εκδ. Νεφέλη, Αθήνα 1992
54. Σκούρτης Γιώργος, ΟΙ μουσικοί, θεατρικό έργο, ιλαροταγωδία, Κέδρος
55. Σπανδωνής Γιάννης, Έτσι τα ‘φερε η μοίρα, μυθιστόρημα, Ωκεανίδα
56. Σταμάτης Αλέξης, Μπαρ Φλωμπέρ, μυθιστόρημα, Κέδρος 2000
57. Ταχτσής Κώστας, Τα ρέστα, διηγήματα, Κέδρος
58. Τερζάκης Αγγελος, Μενεξεδένια Πολιτεία, μυθιστόρημα, Εστία
59. Χάκκας Μάριος ,Άπαντα, [«Το Ψαράκι της γιάλας» διήγημα ], Κέδρος
60. Χαρτοματσίδης Χρήστος, Κιθαρίστας σε ταβέρνα, μυθιστόρημα, Πατάκης, Αθήνα 1996,
61. Χωμενίδης Χρήστος, Η Φωνή, μυθιστόρημα, Εστία, 1998