Χαρά Κοσεγιάν

Φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης.
Subscribe

Κριτική από Χριστο Τσολάκη,

September 29, 2010 By: admin Category: Κριτική βιβλίων

Κριτική από Χριστο Τσολάκη,
Kαθηγητή ΠΤΔΕ ΑΠΘ
Καθηγητή Φιλοσοφικής σχολής ΑΠΘ

XαρA ΚοσεγιAν,
ΛουκιανοY  ΑληθΗΣ ΙστορΙα Α΄
Με σκίτσα των µαθητών του Γυµνασίου
Ιαλυσού και υπέρτιτλους στα αρχαία
ελληνικά,
εισαγωγή-µετάφραση-σχόλια,
εκδ. Μετα

ίχµιο, Δηµοτική Βιβλιοθήκη
Ιαλυσού, 2008.

Κάπου εξήντα σελίδες μεγάλου σχήματος,  με χοντρά εξώφυλλα και εκλεκτό  χαρτί •άρτιο εκδοτικά•το «Μεταίχμιο» έβαλε όλην του την τέχνη και την πείρα•  έξοχο το εξώφυλλο, το οποίο επιμελήθηκε η Χρυσή Συριανόγλου.  Καρπός της διδακτικής συνεργασίας της  Χαράς Κοσεγιάν και του Α2 Τμήματος του  Γυμνασίου Ιαλυσού του σχολικού έτους  1989-1990. Είκοσι συνολικά οι μαθητές και  οι μαθήτριες που συμμετείχαν στο  πρόγραμμα της διδασκαλίας της  «Αληθούς Ιστορίας Α΄» του Λουκιανού και που πέρα από την άλλη συμμετοχή  τους δημιούργησαν και τα σκίτσα που  ολοκληρώνουν την εκδοτική εμφάνιση  του έργου. Αποτέλεσμα συνεργασίας  καθηγήτριας και μαθητών είναι και οι  υπέρτιτλοι που αναδύονται από το  αρχαιοελληνικό κείμενο, δηλαδή είναι  γραμμένοι στα Αρχαία Ελληνικά•το όλον  έργο η κ. Κοσεγιάν το αφιερώνει στους  συνεργάτες της μαθητές και στον γιο  της. Χωρισμένο σε επτά μέρη φιλοξενεί: α) δύο θετικούς για την προσπάθεια  προλόγους, του Καθηγητή της Αρχαίας Ελληνικής Φιλολογίας στο Πανεπιστήμιο  Αθηνών Ανδρέα Βοσκού και του Στέργιου Στάγκα, του δημάρχου Ιαλυσίων, και β) δύο δικά της ενημερωτικά κείμενα: στο  πρώτο, που φέρει τον τίτλο «Εισαγωγικό  σημείωμα», καταχωρίζει σε μια σύντομη σελίδα πληροφορίες που παραπέμπουν στον τρόπο συνεργασίας της με τους  μαθητές της, ώστε να παραχθεί το εν  λόγω έργο• στο δεύτερο κείμενο, που τιτλοφορείται «Γενική εισαγωγή», μας  προσφέρει σε έξι πυκνογραμμένες  σελίδες πολύτιμες πληροφορίες: για τη  ζωή και το έργο του Λουκιανού• για τις  αρχές πάνω στις οποίες στηρίχτηκε η  μετάφραση του αρχαίου κειμένου•για  τους παράγοντες και τις σχολικές και  γενικότερα εκπαιδευτικές και  φιλολογικές συνθήκες που την οδήγησαν  στην επιλογή του συγκεκριμένου προγράμματος και της «Αληθούς  Ιστορίας Α΄» του Λουκιανού. Ακολουθούν η μετάφραση του έργου και  το αρχαιοελληνικό κείμενο δίπλα δίπλα  σε δύο στήλες της ίδιας σελίδας  (αριστερά η μετάφραση, δεξιά το αρχαίο  κείμενο)•η απέναντι σελίδα φιλοξενεί  τα σκίτσα των μαθητών με ό,τι κάθε φορά  τα συνοδεύει. Δηλαδή, μετάφραση, αρχαίο κείμενο και σκίτσα της απέναντι  σελίδας δημιουργούν ελκυστικά σαλόνια  ευχάριστα στον αναγνώστη του έργου. Τη  μετάφραση την ακολουθούν  διευκρινιστικές σημειώσεις τεσσάρων  σελίδων, οι οποίες δεν υπεισέρχονται  σε θέματα φιλολογικών ερίδων και  προτιμήσεων της μιας ή της άλλης  γραφής, αλλά αναφέρονται σε ζητήματα  κατανόησης του κειμένου είτε αυτά είναι πραγματολογικά, είτε  εννοιολογικά είτε άλλα. Η  βιβλιογραφία, με την οποία κλείνει το  έργο, είναι επιλεκτική και περιέχει  αξιόλογα έργα Ελλήνων και ξένων  μελετητών του Λουκιανού. Άρτιο το έργο της κ. Κοσεγιάν και των  μαθητών της. Άρτιο και  μοναδικό•μοναδικό όχι γιατί μια  καθηγήτρια συνεργάστηκε σοβαρά και  γόνιμα με την τάξη της, για να  αναστήσει στον αιώνα μας ένα κείμενο  της Αρχαίας Ελληνικής Γραμματείας, όχι  γι’αυτό• τέτοιες περιπτώσεις  βρίσκουμε και άλλες στη νεότερη  βιβλιογραφία μας• μοναδικό το θεωρώ  από την άποψη του τρόπου και των  ποιοτικών αποτελεσμάτων αυτής της  συνεργασίας, η οποία οδήγησε σε μια  ασυνήθιστη για τα ελληνικά δεδομένα  έκδοση αρχαιοελληνικού κειμένου.  Ποιος θα μπορούσε να φανταστεί  αρχαιοελληνικό κείμενο, που γράφτηκε  εδώ και δύο χιλιάδες χρόνια, να  στεγάζεται σε εκδοτικό σχήμα που  συνηθίζεται μόνο για εκδόσεις έργων της σύγχρονης παιδικής λογοτεχνίας!  Πρωτοτυπία εκδοτική, η οποία εκπηγάζει  από τα δεδομένα του έργου που μιλούν με  την παιδική ψυχή. Αυτό είναι το καίριο. Πόσο καίριο είναι το αντιλαμβάνεσαι,  το νιώθεις, θα έλεγα, από τη στιγμή που παίρνεις στα χέρια σου το βιβλίο και  εντυπωσιάζεσαι από τα σκίτσα του  εξώφυλλου, τα οποία έχουν εκπονήσει  μαθητές εμπνευσμένοι από έργο  πνευματικού προγόνου τους με παιδική  μεγαλοφυή ψυχή. Δεν γερνούν ποτέ αυτές  οι ψυχές που φέρουν τη δωρεά της  παιδικής μεγαλοφυΐας. Μένουν παιδικές  για να συναντούν τα παιδιά όλων των  αιώνων. Αρκεί να υπάρξουν οι  κατάλληλες συνθήκες…Αυτό ακριβώς έκαμε η κ.  Κοσεγιάν •δημιούργησε με την τέχνη της  και την τεχνική της τις συνθήκες μέσα  στις οποίες αναβίωσε ένα έργο γραμμένο  από παιδί για παιδιά όλων των εποχών και όλων των ηλικιών. Τι άλλο από παιδί  θα μπορούσε να είναι ο μέγας Λουκιανός!  Και ποιος τον νιώθει καλύτερα από ένα  παιδί που από τη φύση του είναι  καμωμένο να συλλαμβάνει όσο κανένας   άλλος τα μηνύματα των αχαλίνωτων  ιστοριών της επιστημονικής φαντασίας.  Τα παιδιά δεν διάβασαν και δεν  διαβάζουν τον νεότερο ομόλογό του, τον Ιούλιο Βερν; Όσο για την αρχαιοελληνική γλώσσα που απέχει από τη δική τους, αυτό δεν τους απασχολεί•το πρόβλημα δεν είναι δικό  τους• είναι των φιλολόγων που πάνω από το τετραγωνισμένο κεφάλι τους δεν «θα  λαλήσει ποτέ αηδόνι». Στις δικές τους  τις ψυχές, όσο παραμένουν παιδικές,  μόνο αηδόνια λαλούν μεθυσμένα από το  ίδιο τους το κελαηδητό. Αυτή είναι η  υπεργλώσσα των παιδιών, που διαπερά  όλες τις γλώσσες και βρίσκει την όμοιά  της, κι ας απέχει από τη δική τους  χιλιάδες και βάλε χρόνια. Αρκεί να  είναι γνήσια παιδική. Όπως του  Λουκιανού. Τη νιώθουν τα παιδιά αυτήν  τη γλώσσα και τη χαίρονται, κι ας μην  την έχουν διδαχθεί συστηματικά.  Άλλωστε, ποια γλώσσα ποια παιδιά έχουν μάθει με συστηματική διδασκαλία;Η επιτυχία, λοιόν, της κ. Κοσεγιάν  οφείλεται, πιστεύω, κατά πρώτο και  κύριο λόγο στο γεγονός ότι επέλεξε κείμενο γραμμένο στην παιδική  υπεργλώσσα. Το επισημαίνει και η ίδια  χρησιμοποιώντας, ωστόσο, άλλην οπτική  και άλλους όρους. Γράφει:«Γι’ αυτούς τους λόγους η Αληθής  Ιστορία –με την πλούσια και γόνιμη  φαντασία, το πηγαίο χιούμορ, την ευφυή  παρωδία, την πρωτοτυπία στην έκφραση–  έμοιαζε η καλύτερη δυνατή επιλογή.  Επιπλέον, προσέφερε τη δυνατότητα  διδασκαλίας ολοκλήρου κειμένου, το  οποίο οι μαθητές θα μπορούσαν να δουν  ταυτόχρονα στον πρωτότυπό του λόγο,  αλλά και στη νεοελληνική του απόδοση,  ώστε να αισθανθούν αυτή την μοναδική  χαρά της απευθείας συνάντησης  απομακρυνόμενοι από τη διαμεσολάβηση  τρίτων».Τι άλλο μπορεί να είναι παρά  γνωρίσματα παιδικής υπεργλώσσας η  πλούσια και γόνιμη φαντασία, το πηγαίο  χιούμορ, η ευφυής παρωδία, η πρωτοτυπία  στην έκφραση και όλα τα συναφή;  Υπάρχουν όλα αυτά στη φύση του παιδιού  και λειτουργούν, κι όταν ακόμη δεν έχει  γνωρίσει τα παλαιότερα κείμενα στα  οποία παραπέμπου• τέρπεται ο  Λουκιανός και τέρπει κι εμάς με τις  απανωτές συνειρμικές παραπομπές σε  παλαιότερους συγγραφείς. Πρώτος και  καλύτερος / προσφορότερος ο Όμηρος.Η γλώσσα της μετάφρασης, πάλι, είναι  γοητευτική. Και πρώτα-πρώτα έσωσε το  ύφος του συγγραφέα που δεν είναι παρά  το ύφος των αφηγηματικών κειμένων  αυτού του είδους προσαρμοσμένο στη  δική του γραφίδα. Αυτό σημαίνει ότι η  μεταφράστρια έχει συνείδηση του  ελληνικού λόγου, αρχαιότερου και  νεότερου. Τίποτε, φυσικά, δεν θυμίζει  τον σχολικό μεταφρασμένο λόγο είτε στη  σχολική τάξη παράγεται αυτός είτε στο φροντιστήριο. Μιλώ για τον ξύλινο λόγο  που επιχωριάζει στις αίθουσες  διδασκαλίας και που κυριαρχεί στις  μεταφράσεις των αρχαιοελληνικών  κειμένων, τις οποίες τελευταία αφειδώς  εκδίδουν και διαφημίζουν οι διάφοροι  εκδοτικοί οίκοι. Η φροντιστηριακή  μετάφραση τείνει να αποτελέσει  καθεστώς σε ένα ημίγλωσσο αναγνωστικό  κοινό.Η Κοσεγιάν σέβεται τον ελληνικό λόγο.  Και πρώτα και κύρια τον γνωρίζει.  Αξιόλογα δείγματα μας έχει δώσει και  με τα λογοτεχνικά της κείμενα. Στην  εμπεριστατωμένη Γενική Εισαγωγή της δίνει τις βασικές αρχές πάνω στις  οποίες στηρίχτηκε η μετάφραση του  κειμένου. Ασυνήθιστο αυτό•σημαντικό  όμως. Πέρα από τα άλλα, δηλώνει ότι η  μεταφράστρια δεν παραδίδεται στο  φιλολογικό της ένστικτο ή στα  κρατούντα μεταφραστικά παραδοσιακά  δρώμενα, αλλά προβληματίζεται σοβαρά,  επιλέγοντας δικό της δρόμο που την  οδηγεί ασφαλέστερα στην Αληθή Ιστορία.  Η μεταφραστική ρουτίνα την αφήνει  ασυγκίνητη.Έτσι, κρατάει το ύφος και τις βασικές  δομές του πρωτότυπου κειμένου.  Άλλωστε, τα κείμενα αυτού του είδους  δεν έχουν απολέσει τα βασικά τους  υφολογικά και δομικά γνωρίσματα, κι ας  κύλησαν από τότε που γράφτηκαν τόσοι  αιώνες. Μιλούμε πάντα για την ελληνική  γλώσσα που κατεβαίνει η ίδια από την  πρώτη της κοιτίδα και φτάνει έως εμάς.  Από τον θησαυρό της αντλεί κάθε φορά τη  λέξη ή τις λέξεις και τις δομές που  υπαγορεύουν οι εκάστοτε μεταφραστικές  λειτουργίες. «Διατηρούνται, θα μας πει,  οι λέξεις που είναι ίδιες ή σχεδόν  ίδιες με τη Νέα Ελληνική και δεν  αντικαθίστανται από συνώνυμες». Κι  ακόμη, «Χρησιμοποιούνται, θα  προσθέσει, στη μετάφραση ίδιας ρίζας  λέξεις με της Αρχαίας Ελληνικής […],  ώστε να μην αφήσουμε ανεκμετάλλευτο το  απέραντο μεταλλείο από λέξεις, παλιές  και νεότερες, που μπορούν να εκφράσουν  κάθε έννοια και κάθε αίσθημα, ζωντανά κι ευθύβολα, με πλήθος αποχρώσεις».  Αυτό το τελευταίο συμπέρασμα ανήκει  στον Μάριο Πλωρίτη •η μεταφράστρια το  υιοθετεί•το ίδιο κι εμείς. Όλος ο  πλούτος της ελληνικής γλώσσας από τότε  που ακούστηκε ελληνικός λόγος πάνω στη  γη ίσαμε σήμερα είναι δικός μας• μας  ανήκει• μπορούμε να τον αντλούμε• χρέος  μας να τον αξιοποιήσουμε. Ένας μόνον  είναι ο όρος που τίθεται: να  προσαρμόζεται αυτός ο θησαυρός στη  μορφολογία του σημερινού μας λόγου.  Ενώ, από την άλλη μεριά, η μεταφράστρια  στέκεται με δέος εμπρός στον  αρχαιοελληνικό λόγο. Γράφει: «Εμείς  πραγματοποιήσαμε μια μετάφραση με  παιδαγωγικούς στόχους, για  παιδαγωγική χρήση μέσα στη διδακτική  αίθουσα. Πεποίθησή μας είναι ότι ο  αρχαίος ελληνικός λόγος έχει τον  πρώτιστο ρόλο και η μετάφραση οδηγεί  στο να τον κατανοήσουμε και όχι να τον  αντικαταστήσουμε».Είναι μια στάση κι αυτή, ανάμεσα στις  άλλες, απέναντι στον αρχαιοελληνικό  λόγο. Νιώθεται, και όταν ακόμη δεν  είναι η δική σου στάση. Μ’ αυτό δεν θέλω  να πω ότι διαφωνώ• απλώς τη σημειώνω.  Έχει ενδιαφέρον. Άλλωστε, το πρόβλημα  της μετάφρασης κάθε λόγου σε μιαν άλλη  γλώσσα ή της μεταφοράς του σε νεότερες μορφές της ίδιας γλώσσας έχει  προκαλέσει και θα προκαλεί και στο  μέλλον φιλολογικούς καυγάδες. Δεν  είναι της ώρας. Πάντως, ο άνθρωπος που  αντίκρισε το «ακανθώδες» αυτό θέμα  συστηματικότερα και συνετότερα από  οποιονδήποτε άλλον, στην ελληνική  βιβλιογραφία τουλάχιστον, είναι ο  κορυφαίος φιλόλογος του εικοστού  αιώνα Γιάννης Κακριδής. «Το  Μεταφραστικό Πρόβλημα», έργο δικό του  ώριμο, θα δείχνει ες αεί τους δρόμους  της μετάφρασης.Φυσικά, το φιλολογικό αυτό πρόβλημα η  κ. Κοσεγιάν φρονίμως ποιούσα δεν το  συζητεί• ωστόσο το επισημαίνει. Δεν  χρονοτριβεί με τέτοια •άλλη είναι η  αποστολή της• πορεύεται κατευθείαν  στον σκοπό της και πετυχαίνει. Το έργο  της θα μπορούσε να γίνει σχολικό  εγχειρίδιο, για να το χαίρονται  δάσκαλοι και μαθητές.

(Δημοσιεύεται στο Φιλόλογο, τ. 141, Ιούλιος -Σεπτέμβριος 2010)