Χαρά Κοσεγιάν

Φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης.
Subscribe

Λογοτεχνία και Λογοτέχνες στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης. Πανελλήνιο συνέδριο Λογοτεχνίας.

September 21, 2007 By: admin Category: Φιλολογικά Θέματα

Χαρά Κοσεγιάν, δ.φ.
Φιλόλογος – λογοτέχνης
Καρδίτσα, 24-26- / 11/ 2003

Βιβλία

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ

«Λογοτεχνία και Λογοτέχνες στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης»

Θέμα ανακοίνωσης: « Η Λογοτεχνία , ως πόλος αντίστασης στη μαζοποίηση των λαών. Το παράδειγμα από την Τριλογία του Στρατή Τσίρκα.»

To θέμα της ανακοίνωσης μού το έδωσε το θέμα του συνεδρίου. Ζω στο σήμερα , με έχει επανειλημμένα προβληματίσει η θέση του λογοτέχνη στη νέα πραγματικότητα όπως αυτή τουλάχιστον τα τελευταία χρόνια έχει διαφανεί στον κόσμο. Τι θέλουν να πουν οι λογοτέχνες, σε τι να συμβάλλει η λογοτεχνία, τι να προασπίσει, τι να σημάνει… Για ποιο λόγο εντρυφούμε σε αυτήν… ποιος εντέλει είναι ο στόχος αυτού που εγώ τουλάχιστον θα ονόμαζα «πολιτισμό της λογοτεχνικής γραφής». Με τον όρο «Παγκοσμιοποίηση» οριοθετούμε τη μετάβαση από το εθνικό στο παγκόσμιο επίπεδο νοοτροπιών, συμπεριφορών, ταυτίζοντάς τη με την ισοπέδωση, την εξομοίωση του τρόπου σκέψης, δράσης και αντίδρασης των λαών σε όλον τον κόσμο. Απλουστευμένα και σχηματικά: η σκέψη περνά από το διαδίκτυο, όλοι οι λαοί είναι ένα, σκέφτονται , λειτουργούν και αντιδρούν το ίδιο.
Σε αυτό το πλέγμα ο λογοτέχνης καλείται να γράψει οτιδήποτε μπορεί να ενδιαφέρει ένα παγκόσμιο κοινό. Τα θέματα κοινά, οι αναφορές κοινές, στόχος ο μέσος αναγνώστης, που όχι μόνο αντιλαμβάνεται τα «κοινά» αλλά αποτελεί κι ένα πολυπληθές αναγνωστικό μερίδιο ιδιαίτερα προκλητικό για τον οποιονδήποτε εκδότη. Κάτι δηλαδή, σαν ελάχιστον κοινός πολλαπλάσιος, να μου επιτρέψετε το συνειρμό από τα μαθηματικά, έτσι κι αλλιώς για υπολογιστική λογική γίνεται λόγος τώρα.

Είναι φανερό ότι κανένας λογοτέχνης που σέβεται στον εαυτό του δεν υποκύπτει ανενδοίαστα τουλάχιστον σε μια τέτοια λογική, ακολουθώντας συγκεκριμένες συνταγές επιτυχίας που του υποδεικνύουν, μάλιστα, οι εκδότες του. Όχι γιατί δεν τον ενδιαφέρουν οι πωλήσεις, ή γιατί δεν νοιάζεται για την αναγνωσιμότητα των βιβλίων του. Ό, τι γράφεται και κυρίως ό, τι εκδίδεται γίνεται για να διαβαστεί. Την ορμή της ανακοίνωσης υπηρετούμε όλοι, την ανάγκη για επικοινωνία ζητάμε να πληρώσουμε. Μα όχι χωρίς αρχές και σε λάθος κατεύθυνση. Όχι με στόχο μόνο το μέσο αναγνώστη. Ακόμα κι αν δεν το παραδεχόμαστε, όλοι τον υποψιασμένο καρτερούμε – κι αν είναι λίγοι στο χέρι μας είναι να τους κάνουμε πολλούς κι εγώ από τις παρατηρήσεις μου , νομίζω ότι έχει αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό των απαιτητικών αναγνωστών: δεν είναι πρώτα σε πωλήσεις μόνο μέτρια βιβλία και χάρηκα που σε πρόσφατο άρθρο του Νίκου του Μπακουνάκη στο Βήμα, όπου γίνεται λόγος για «κοινωνία αναγνωστών» διάβασα την επιβεβαίωση αυτής της αίσθησης.
Στον απαιτητικό λοιπόν αναγνώστη αποβλέπουμε. Αυτόν που μέσα στη μάζα θα αναζητήσει το διαφορετικό, θα επιχειρήσει να ανακαλύψει νέα πράγματα, να δει πώς προσλαμβάνουν τα ίδια προβλήματα άλλοι άνθρωποι αλλού, αν ακόμα, τα θεωρούν προβλήματα, ή είναι κάπως αλλιώς κατανεμημένα στο δικό τους τρόπο σκέψης.
Γιατί αυτές οι διαφορές και υφίστανται και ανθίστανται. Η ομογενοποίηση των λαών περνά από άλλους δρόμους, αδιάβατα στενοσόκακα για τους υπερπολιτισμένους, τους δικτυωμένους, δεν μου φαίνεται πως κινδυνεύουμε να τα διαβούνε…Η θετική πλευρά της παγκοσμιοποίησης, γιατί υπάρχει τέτοια, είναι η ευκαιρία να νιώσουν οι λαοί πως τα προβλήματά τους είναι κοινά και πως δεν τους εμποδίζουν πια τα σύνορα για να τα διαδηλώνουν από κοινού, αντίθετα τους επιτρέπουν να ενώνουν τα χέρια για να φωνάζουν ενάντια. Αλλά αυτό δεν ανήκει στο οπτικό πεδίο των υπερασπιστών της παγκοσμιοποίησης συλλήβδην, όλων εκείνων, δηλαδή, που δεν μπορούν να τη δουν διττά: από τη μια, ως συνειδητοποίηση του ότι ανήκουμε σε ένα ευρύτερο σύνολο, αλλά από την άλλη, ως διατήρηση των στοιχείων της εθνικής ταυτότητας. Δεν τους ενδιαφέρει. Θα αφήσουνε ήσυχους λοιπόν τους εντελώς ιδιαίτερους λαούς και θα «μας αφήσουνε» ήσυχους.
Γιατί απ’ αυτό το πρίσμα, η παγκοσμιοποίηση είναι ένας μύθος. Τι σημασία έχει ένα γεμάτο πορτοφόλι στα βάθη στης Ανατολής για τη γυναίκα με τη μπούργκα, τι νόημα προσλαμβάνουν οι οργιαστικές τελετές υπερκορεσμένων καταναλωτικών ανθρώπων που αναζητούν απεγνωσμένα νέες μορφές ηδονικής απόλαυσης; «Αφορά όμως- θα πουν κάποιοι- το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Κάτι υπηρετούν και κάτι έχουν δώσει κι αυτοί που ασκούνται έστω και μόνο στο ερωτικό Άρλεκιν του περιπτέρου. Πολλοί άλλωστε τη γνωριμία τους με το εξωσχολικό βιβλίο ίσως μέσα από κει να την πρωτοέκαναν. Από την άλλη, δεν περιμένουμε να μας διαβάσει ο λαός του Αφγανιστάν, του Πακιστάν ή της Ινδίας…»
Σωστά. Εμείς όμως περιμένουμε να μάθουμε για τον τρόπο που σκέφτεται ο λαός του Αφγανιστάν, του Πακιστάν, ή της Ινδίας. Γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε μέλη «ενός οικουμενικού χωριού» διατηρώντας όμως ταυτόχρονα τις ιδιαιτερότητες, τις πολιτιστικές και πολιτισμικές μας καταβολές, τις αρχές και τις αξίες μας. Έτσι αντιπαραβάλλεται η έννοια της παγκοσμιοποίησης με εκείνη της παγκοσμιότητας :
Globalisation # Globality
Αυτή λοιπόν είναι η προσφορά της λογοτεχνίας. Στόχο και αξία έχει να γνωρίσει αυτές τις ιδιαιτερότητες του κάθε λαού στον άλλο. Να αναδείξει την πολιτισμική σύγκρουση. Να κάνει πράξη την ώσμωση, την ενδοεπικοινωνία, την αλληλεπίδραση των λαών ιδιαίτερα στη νέα πραγματικότητα.
Είναι ψευδοπρόβλημα και μύθος πως «εμμένοντας πεισματικά –για να γυρίσουμε στα δικά μας- Ελληνόπρεπα και εθνικά» απεμπολείς την αναγνωσιμότητα, περιθωριοποιείσαι, απομονώνεσαι. Δεν εννοώ βεβαίως τη στατική περιγραφή του εθνικού χαρακτήρα, ή όπως έλεγε ο Πλασκοβίτης, «τη συνεχή έξαρση του ελληνικού χώρου, του ρωμαίικου χαρακτήρα, του ελληνικού πάθους». Μιλώ για την ενεργό παρακολούθηση και αποτύπωση του ελληνικού φαινομένου, γεγονός άλλωστε που μπορεί να αυξήσει και τη σημασία της ελληνικής πεζογραφίας στον Ευρωπαικό χώρο. Το ξέρουμε όλοι πως το αναγνωστικό κοινό δεν είναι συμπαγές σύνολο και δεν πρέπει να πέφτουμε στην παγίδα να το αντιμετωπίζουμε ως τέτοιο, φυτεύοντας ίδια λουλούδια που συχνά μάλιστα δεν ξέρουμε και πώς σπέρνονται…Η ζωντανή πεζογραφία είναι η λογοτεχνία των ιδεών , της κριτικής έρευνας, της διαμαρτυρίας, του ελέγχου, του προβληματισμού…Είναι αποτύπωση της εποχής και των αντίρροπων δυνάμεων που κάθε φορά την εκφράζουν και μάλιστα σε ένα συγκεκριμένο τόπο που δρά και παρατηρεί ο λογοτέχνης και ανάλογα με τη θέση που έχει στην κοινωνία. «Η γνήσια τέχνη -έλεγε ο Αργυρίου- . προϋποθέτει έντιμη σχέση με το αντικείμενό της…Πώς να περιγράψει ένας συγγραφέας τους μηχανισμούς μιας κοινωνίας και τους φορείς της όταν ζει έξω από αυτούς;» .
Ο Τσίρκας αρνήθηκε να γράψει 4ο τόμο στην Τριλογία του, γιατί –γράφει- «σκόνταφτα σε ένα μεγάλο εμπόδιο, ανυπέρβλητο. Δεν είχα βιώματα από την Ελλάδα στα χρόνια του εμφυλίου. Να τα επινοήσω από διηγήσεις, από διαβάσματα; μέσα μου κάτι αντιστεκόταν: θα ήταν σαν να έκανα μια πλαστογραφία, μια αξιόποινο πράξη» . Δεν ξέρω αν συμφωνώ σε αυτό το σημείο με τον Τσίρκα. Ίσως βρίσκω τη θέση υπερβολική. Αλλά σίγουρα δεν θεωρώ ρεαλισμό την ταύτιση με την κρατούσα άποψη, την αποδοχή της εύκολης λύσης…
Ας μην ξεχνάμε ότι δεν διαβάζουμε Pablo Neruda ή Lorca επειδή ήτανε παγκοσμιοποιημένοι. Συχνά δεν αναγνωρίζουμε ούτε τις βασικές στο χώρο και στα ονόματα διαδρομές του Markes, αλλά εντρυφούμε με μανία στις σελίδες του επιχειρώντας να τα αποκωδικοποιήσουμε, μαζί με τους τρόπους σκέψης και τις στάσεις ζωής των συμπατριωτών του.
Σε αυτή τη λογική επιθυμώ οι λογοτέχνες μας να σέβονται την ταυτότητά μας και να αρνούνται το συρμό. Να μην προσανατολίζονται στον ανυποψίαστο κι ευκαιριακό αναγνώστη που η ιστορία άλλωστε επισημαίνει ότι δεν έχει διάρκεια…
Mε αυτή την προοπτική η λογοτεχνία έχει και θέση και πολύ χώρο ακόμα να αναδειχτεί. Η νέα τάξη πραγμάτων δεν είναι οπωσδήποτε μια καταστροφική προοπτική. Μπορούμε να λειτουργήσουμε με κίνητρο την «επιθυμία για περιπλάνηση». Να αναζητήσουμε κοινές επιλογές επιδιώκοντας να δημιουργήσουμε σταθερούς και ισχυρούς δεσμούς με τους ανθρώπους. Στα πλαίσια βέβαια της νέας πραγματικότητας. Ενός κόσμου που δεν καθορίζεται τόσο από γεωγραφικά όρια, ενός ανθρώπου που λειτουργεί πολυδιάστατα, που αλληλοκαθορίζεται κι αλληλοεξαρτιέται από τον άλλο άνθρωπο , στον ευρύ χώρο ενός «διαπλανητικού πολιτισμού» που υπακούει στη λογική της σύζευξης, της μείξης, χωρίς όμως απαραίτητα αυτό να σημαίνει απορρόφηση της μιας κουλτούρας από την άλλη. Χωρίς να σημαίνει εκφυλισμό σε ισοπεδωτικό ολοκληρωτισμό , αλλά συμπλήρωση, συνεισφορά, γνωριμία.
Είναι θέμα χειρισμού και επιλογών το «αν θα προσανατολίσουμε το μέλλον του πολιτισμού προς μια καλύτερη κοινωνία ή προς τη βαρβαρότητα» κατά πως ισχυρίζονται κι οι σύγχρονοι φιλόσοφοι.

Το παράδειγμα από την Τριλογία του Τσίρκα :

Η Μυθιστορηματική Τριλογία του Στρατή Τσίρκα με το γενικό τίτλο Ακυβέρνητες πολιτείες περιλαμβάνει- όπως όλοι γνωρίζετε – τη Λέσχη, την Αριάγνη και τη Νυχτερίδα και κατά βάση διαδραματίζεται στην Ιερουσαλήμ, το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια, αν και δεν λείπουν οι αναφορές, σύντομες ή εκτενείς, για άλλες πόλεις κι άλλες χώρες.. Από την άλλη, στο έργο κινούνται αλλοπρόσαλλα πρόσωπα, ιδέες, ενώ εκπροσωπούνται «διάφορες πανσπερμίες και ποικίλες ιδεολογίες από άτομα που καταθέτουν ο καθένας τη δική του άποψη, από το δικό του πρίσμα, συνειδητά, με ιδιοτέλεια και κατ’ επάγγελμα, όπως οι πράκτορες μυστικών υπηρεσιών, ή ασυνείδητα , όπως οι χαμένοι κι οι σπρωγμένοι από τα πράγματα. Υπάρχουν όλοι εκεί: κάθε καρυδιάς καρύδι» . Επιπλέον , ο κεντρικός ήρωας που και στους τρεις τόμους κατά βάση είναι ο ίδιος, είχε την εμφάνιση και τη συμπεριφορά ευαίσθητου διανοούμενου , με παιδεία αντλημένη από τον αγγλοσαξωνικό χώρο και καλή αφομοίωση της νεωτερικής λογοτεχνίας.
Είναι λοιπόν ένα κείμενο διαπνεόμενο από κοσμοπολιτισμό , στο οποίο παρότι δίνεται –κατά τον Καβάφη- η μικρογραφία του κόσμου, «εμμένει εθνικά» παρουσιάζοντας τη διαφορετικότητα των λαών που κινούνται στο ίδιο περιβάλλον κουβαλώντας όμως μέσα τους την ιδιαίτερη κουλτούρα τους , τα εθνικά τους στοιχεία, έως και τις συμπεριφορές: αλλιώς ο Ελβετός, αλλιώς ο Έλληνας- Ευρωπαίος, αλλιώς ο Ανατολίτης Εβραίος, αλλιώς ο ανατολίτης –Τούρκος, αλλιώς ο Αιγύπτιος του Καίρου, αλλιώς ο Αιγύπτιος της Αλεξάνδρειας.

Είμεθα ένα κράμα εδώ. Σύροι, Γραικοί, Αρμένιοι, Μήδοι,
γράφεται για την πανσιόν στη Λέσχη κι υπηρετείται μια πολυεπίπεδη εκδοχή των πραγμάτων, καθώς μπορεί να βρίσκονται όλοι μαζί, αλλά ο καθένας προσέρχεται ήδη με την παιδεία και τις απαρχές του, οι οποίες και τον συνοδεύουν και τον καθορίζουν. Το μυθιστορηματικό υλικό αντλείται από το βιωματικό του συγγραφέα, δεδομένου ότι και ο ίδιος είχε και τον αέρα και τα βιώματα του κοσμοπολίτη. Γεννημένος στην Αίγυπτο, μεγαλωμένος στην Αλεξάνδρεια, συνδέθηκε από νωρίς με τα διεθνή πνευματικά γεγονότα, όπως βέβαια και με τα πολιτικά στην εποχική συγκυρία που έζησε και κατά κύριο λόγο έδρασε. «Η Αριάγνη , αλλά και η Λέσχη και η Νυχτερίδα είναι η θεατρική σκηνή για τα ιστορικά και τα πολιτιστικά δρώμενα της εποχής» , σημειώνει η Γιαννακίτσα αλλά μέσα από όλο αυτό ο Τσίρκας είναι κατά κύριο λόγο συγγραφέας «παγκόσμιος» χωρίς να είναι και -χωρίς διόλου να ενδιαφέρεται να είναι- παγκοσμιοποιημένος. Σημαία του , όπως και αιτία της συγγραφικής δράσης η καταγραφή της διαφορετικότητας. «Η εύστοχη μάλιστα χρήση μιας νεωτερικής γραφής πρόσφερε στο έργο μια αμφισημία που ανταποκρίνεται στη ρευστότητα της εποχής, στις αβεβαιότητες της, στην αστάθεια των χαρακτήρων….» Το σημαντικό όμως -επισημαίνει ο Αργυρίου- είναι ότι «έδρασε για τους μεταπολεμικούς Έλληνες πεζογράφους ως σημείο αναφοράς καθώς πρότεινε μια ανανεωτική γραφή σύμφωνα με την οποία «η μορφή παράγει νόημα». «Αλλιώς τα σημαινόμενα καταντούν γυμνασιακές εκθέσεις που ικανοποιούν αδαείς δασκάλους και αμύητους αναγνώστες που διαβάζουν πηδώντας σελίδες».

Πέρα όμως από τη θεματολογία και τη μορφή αξίζει να «σκύψουμε» με προσοχή και στην ίδια τη γλώσσα. Ο συγγραφέας όχι μόνο δεν ένοιωσε την ανάγκη να απεγκλωβιστεί από τα εθνικά σύνορα μιας μικρής χώρας, και προκειμένου να αυξήσει την αναγνωσιμότητά του να γράψει σε πλατιά ομιλούμενη γλώσσα, αλλά υπηρέτησε αυτή τη γλώσσα της μικρής κοινότητας με μεγάλο σεβασμό, πηγαίνοντάς την παραπέρα, κάνοντάς την υποδειγματική όχι μόνο για αναγνώστες αλλά και για τους επίδοξους ομοτέχνους του. Χρησιμοποίησε τόσο τη θεματολογία όσο και τη μορφή για να αναδείξει αξίες και πρότυπα ταιριαστά στον κάθε λαό.
Πόσο χαιρόμαστε τη γλώσσα όταν διαβάζουμε στη Νυχτερίδα:
«Η γη στο Δέλτα στραφτάλιζε κάτω από το φεγγάρι. Μαύρη σιλουέτα σε φόντο ασημί. Μια γκαμούζα σκυμένη πίνει από το κανάλι. Δεντροστοιχίες από ευκάλυπτους και πιο κάτω άλλες με συκομουριές. .. Τόπος προσευχής, αλώνι ή τάφος; ανθρωποι δεν φαίνονται, τα χωριά λουφάζουν σκοτεινά και δίχως κίνηση . μόνο οι χουρμαδιές, λυγερές κι ολομόναχες, ξεπετάγονται μέσ’ από τα λασπόσπιτα και σαλεύουν ψηλά το σπαθωτό τους φύλλωμα Σα λοφίο θυμωμένου τσαλαπετεινού.»
Κι όλα αυτά συνέβαιναν στο Νταμανχούρ, και πουθενά αλλού στον κόσμο. Είναι δε, τόσο ζωντανά δοσμένα που δεν έχεις καμιά αμφιβολία για το ότι μόλις βρεθείς εκεί θα τα συναντήσεις, θα πιάσεις τον εαυτό σου να τα αναζητάς.. Μέσα από τη γραφή του Τσίρκα είχες την ευκαιρία να διαβείς σοκάκια, να γνωρίσεις μια πόλη που αλλιώς θα χρειαζόταν «μήνες, πολλές μέρες αδειανές…να παίρνω δρόμους που δεν ξέρω που βγάζουνε, να κάνω ανακαλύψεις, μια εσωτερική αυλή, με μπλε μαλτεζόπλακες, τα σχέδια μιας ξεγοφιασμένης καγκελόπορτας, ένα μικρό τζάμι με κίτρινες και τριανταφυλλιές ραβδώσεις σαν ποδοσφαιρική φανελίτσα και πλάι του ένα δέντρο με γυαλιστερό κορμό και φύλλωμα γεμάτο δεκοχτούρες.»[σ. 14]
Το ομολογεί και ο Χατζίνης: «Ό,τι δεν βρήκα μέσα στο Αλεξανδρινό κουαρτέτο του Λώρενς Ντάρελ μου το πρόσφερε η Νυχτερίδα. Είδα την Αλεξάνδρεια, όχι βεβαίως όπως τη γνώρισα, αφού ο καθένας πλάθει το όραμα μιας πολιτείας σύμφωνα με τα δικά του μέτρα ,αλλά στις χαρακτηριστικές της εκείνες στιγμές που σε όλους είναι κοινές και που αρκεί μια απλή υπόμνησή τους για να ξυπνήσει τις δικές μας μνήμες. Ένα τοπίο , μια πολιτεία δεν είναι για μας ένα σύνολο δρόμων και οικοδομών ,αλλά προσωπικών αντιδράσεων που δίνουν στα εξωτερικά φαινόμενα ένα ιδιαίτερο χρώμα. Ο Στρατής Τσίρκας είναι ένας αληθινός δεξιοτέχνης του υπαινιγμού, για να μπορεί να ανακαλεί αυτούσιες αυτές τις προσωπικές μας μνήμες» , για το Χατζίνη, ή να δημιουργεί άλλες, ζεσταίνοντας τις αισθήσεις μας, σαν εκείνες στη Χαμένη Άνοιξη για την Αθήνα που μεθώντας ο ίδιος από την ευδαιμονία της παλινόστησης, έχανε κάπου την έννοια του μέτρου. « Τι τα θές! Στιγμές θαρρώ πως ζω στη Βαγδάτη, πώς είμαι ο Χαρούν ελ Ρασίντ, και τριγυρνώ τη νύχτα στις γειτονιές, πού όργωνα τους δρόμους είκοσι δυο χρονώ παλικάρι, πότε ξυστά στους τοίχους και πότε με βροντερά τακούνια όλος αυτοπεποίθηση, στα Πετράλωνα, το Αιγάλεω, την Κολοκυνθού, του Φιλοπάππου, το Παγκράτι, τ’ Αναφιώτικα, τα Κουπόνια… Αθήνα, η πιο ανοιχτή πόλη του κόσμου! Πόση βόλτα χρειάστηκε να κάνω για να σ’ ανακαλύψω κι εσύ να βρίσκεσαι μέσα στα πόδια μου: Μασσαλία, Παρίσι, Πράγα, Βουδαπέστη, Γράμμος. Κι ύστερα Μπούλκες, Σόφια, Μόσχα, Τασκένδη…»
Η διαχρονικότητα βεβαίως του Τσίρκα είναι άμεσα σχετιζόμενη με τη λογοτεχνική αξία των κειμένων του, με το ότι δεν αναμάσησε τα ίδια, αλλά και είχε κάτι να πει και το είπε με μαεστρία μοναδική «ακολουθώντας πιο φιλόδοξες λογοτεχνικές δομές, [φτάνοντας τελικά] στην πληρότητα ενός έργου που αποτελεί σταθμό.»
Ενός έργου, που την παγκοσμιοποίηση δεν την αναζήτησε στη μορφή ή τα εξωτερικά στοιχεία του. Την έκανε πράξη στον εσωτερικό του λόγο, πλουτίζοντάς την με μια γλώσσα υψηλής αισθητικής ποιότητας:
« Δωμάτια μεγάλα κι αψηλοτάβανα…παντού βιβλιοθήκες με γαλλικές κι εγγλέζικες εκδόσεις. Γκραβούρες με σκυλιά του κυνηγιού και άλογα μια μικρή ακουαρέλα της Μαρί Λωρανσέν, ένα λάδι του Καλμούχου από την εξπρεσιονιστική του περίοδο. Ζούσε ολομόναχος, συντροφιά με τις πίπες του και τα λογιώ χαρμάνια που κατασκεύαζε από εγγλέζικα καπνά, ολλανδικά, αμερικάνικα πολύ μελωμένα, πούρα χαβάνας ψιλοκομμένα και τα λοιπά…Ήταν μελαχρινός, με καλά ξουρισμένο πρόσωπο, ντυμένος ακριβά και διακριτικά. Κοντολογίς εγγλεζόφερνε….»
Kαι βεβαίως μεταφράστηκε. Δεν στάθηκε εμπόδιο η γλώσσα γι’ αυτό. Όπως δεν στέκεται εμπόδιο για να διαβάσουμε και να χαρούμε στα Ελληνικά και Μαρκές, εμπλεκόμενοι με ονόματα αξεπέραστων γλωσσοδετών που αναδύουν μυρωδιές καυτού καλοκαιριού , άγνωστης αύρας. Αυτό μας έλκει, εκεί ζητούμε να ταξιδέψουμε. Από την άποψη αυτή ο λογοτέχνης είναι ο πιο αξιόπιστος πρέσβης της χώρας του στις α-συνοριακές ερήμους της νέας εποχής. Να βγει εκεί –ιδιαίτερα και πολύ περισσότερο τώρα- με τη δική του αλήθεια, να μιλήσει για τα δικά του βιωμένα πράγματα, να αρνηθεί την υιοθέτηση της ισοπεδωτικής μαζικής κουλτούρας. Να στοχεύσει στην ψυχή του άλλου και να στήσει στη συνέχεια αυτί να ακούσει κι εκείνου το τραγούδι.
Ωστόσο χρειαζόμαστε καλούς μεταφραστές. Γιατί είναι αλήθεια πως αποτελεί εμπόδιο η ιδιαιτερότητα της γλώσσας στο άνοιγμα της λογοτεχνίας σε μεγάλες αγορές. Το ζήτημα της μετάφρασης είναι κορυφαίο. Να μην περιορίζεται το ενδιαφέρον στο μύθο και στην πλοκή. Να αποδοθεί και ο λόγος με τη μεγαλύτερη ακρίβεια πιο πιστά στη σκέψη και στη λεπτή γλωσσική απόχρωση που είχε στο νου του ο συγγραφέας. Δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο.
Αλλά νομίζω πως είναι και θέμα νοοτροπίας. Έλλειψης διεκδίκησης. Ο συγγραφέας καλείται πολλές φορές μόνος του να βρει το μεταφραστή του, να κινήσει τις διαδικασίες πρόσβασης σε ξένους εκδοτικούς οίκους. Κι αυτό είναι θέμα μάνατζμεντ, για να μιλήσω με σύγχρονους όρους, τους οποίους αργούμε να υιοθετήσουμε και περιοριζόμαστε να παρακολουθούμε τους άλλους πώς το κάνουνε. Αλλά είναι ζήτημα ενός άλλου συνεδρίου ή μιας άλλης ανακοίνωσης το πώς μπορεί να πάρει θέση στην παγκόσμια κοινότητα ο συγγραφέας που δουλεύει την κάθε του λέξη , που κάνει λόγο την πιεστική ανάγκη του για κοινοποίηση, που την αλήθεια της ψυχής του καταθέτει, πασχίζοντας να κάνει πράξη την επιθυμία του Κλαούντιο Μάγκρις «ως αναγνώστης πιστεύω στην πολυγαμία και τον πολυθεϊσμό».

Χαρά Κοσεγιάν, δ.φ.
Φιλόλογος – λογοτέχνης

ΠΑΝΕΛΛΗΝΙΟ ΣΥΝΕΔΡΙΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑΣ
«Λογοτεχνία και Λογοτέχνες στην εποχή της Παγκοσμιοποίησης»

Θέμα ανακοίνωσης: « Η Λογοτεχνία , ως πόλος αντίστασης στη μαζοποίηση των λαών. Το παράδειγμα από την Τριλογία του Στρατή Τσίρκα.»

ΠΕΡΙΛΗΨΗ

Ο στόχος του «πολιτισμού της λογοτεχνικής γραφής»: σε τι θέλει να συμβάλλει, τι να προασπίσει, τι να σημάνει…
Η έννοια της παγκοσμιοποίησης σε αντιπαραβολή με εκείνη της παγκοσμιότητας : Globalisation # Globality
Η λογοτεχνία στόχο και αξία έχει να γνωρίσει αυτές τις ιδιαιτερότητες του κάθε λαού στον άλλο. Το ενδιαφέρον της, άρα, εντοπίζεται στην πολιτισμική σύγκρουση.
Ψευδοπρόβλημα και μύθος πως «εμμένοντας πεισματικά Ελληνόπρεπα και εθνικά» απεμπολείς την αναγνωσιμότητα, περιθωριοποιείσαι, απομονώνεσαι. Δεν είναι ρεαλισμός η ταύτιση με την κρατούσα άποψη, ούτε η αποδοχή της εύκολης λύσης… Είναι σεβασμός στην ταυτότητά μας. Δεν είναι εσωστρέφεια…
΄Ενσταση στο συρμό που η ιστορία επισημαίνει ότι δεν έχει διάρκεια…
Βεβαίως απόλυτα κατανοητή η ανάγκη για εμπορικότητα. Ο δημιουργός λογοτέχνης γράφει για να διαβάζεται. Θέλει να επικοινωνεί με περισσότερους αναγνώστες. Θεμιτό.
Αθέμιτο, όταν γίνεται χωρίς αρχές και σε λάθος κατεύθυνση.
Αναφορά στον Pablo Neruda, στο Lorca, στις διαδρομές του Markes…

Το παράδειγμα από την Τριλογία του Τσίρκα :
Ένα κείμενο διαπνεόμενο από κοσμοπολιτισμό, στο οποίο δίνεται –κατά τον Καβάφη- η μικρογραφία του κόσμου, αλλά «εμμένει εθνικά» παρουσιάζοντας τη διαφορετικότητα των λαών που κινούνται στο ίδιο περιβάλλον κουβαλώντας όμως μέσα τους την ιδιαίτερη κουλτούρα τους , τα εθνικά τους στοιχεία, έως και τις συμπεριφορές.
Έμφαση στην εξέταση της θεματολογίας και της μορφής και πόσο αυτή χρησιμοποιείται για να αναδείξει αξίες και πρότυπα ταιριαστά στον κάθε λαό.
Η επισήμανση από τον ίδιο το συγγραφέα της αναγκαιότητας να λειτουργήσει κατ’ αυτόν τον τρόπο το κείμενό του.
Kαι βεβαίως μεταφράστηκε. Δεν στάθηκε εμπόδιο η γλώσσα γι’ αυτό. Ωστόσο χρειαζόμαστε καλούς μεταφραστές. Να μην περιορίζεται το ενδιαφέρον στο μύθο και στην πλοκή. Να αποδοθεί και ο λόγος με τη μεγαλύτερη ακρίβεια πιο πιστά στη σκέψη και στη λεπτή γλωσσική απόχρωση που είχε στο νου του ο συγγραφέας. Δύσκολο, αλλά όχι αδύνατο. Άλλωστε μόνο στην Ελληνική γλώσσα συμβαίνει αυτό;

Πολυπολιτισμικότητα και εθνική κουλτούρα: διϊστάμενες έννοιες; ή – δυνητικά- αλληλοσυμπληρωματικές; Το παράδειγμα της Λογοτεχνίας.

Κυρίες και κύριοι,
Όταν ο κ. Παπασταματίου μου πρότεινε τη χαρά και την τιμή να ανοίξω ένα δίαυλο επικοινωνίας μαζί σας, με ένα σύλλογο, δηλαδή, που ο τίτλος του το 2004 λέει τόσο πολλά και υπαινίσσεται ακόμα περισσότερα , το θέμα αυτού του λογίδριου και – παρακαλώ ευθύς εξαρχής να το δείτε ως πρώτο λόγο στο διάλογο που θα σας παρακαλούσα να ακολουθήσει- ήρθε στα χείλη μου αυτόματα και βίαια. Ήθελα να μιλήσω και να προβληματιστούμε από κοινού για την πραγματικότητα των τελευταίων χρόνων στην Ελλάδα, και όχι μόνο, της ουσιαστικής κατάρριψης των συνόρων από λαούς που μετακινούνται , που αλλάζουν τη ζωή τους, που επιλέγουν το άγνωστο, φοβισμένοι και τρομαγμένοι πρώτα οι ίδιοι από την πραγματικότητα του οικείου περιβάλλοντός τους, προκαλώντας σε κάποιες περιπτώσεις –στη συνέχεια- και εκείνοι, τον τρόμο των άλλων.
Κεντρικό σημείο αναφοράς μας τρεις έννοιες: πολυπολιτισμικότητα, παγκοσμιοποίηση, εθνική κουλτούρα.
Είναι αλήθεια πως συνηθίσαμε να θεωρούμε πως από τη στιγμή που ένας λαός έρχεται σε επαφή με έναν άλλο κι ανταλλάσσουν ιδέες, ο ένας μαθαίνει για τα στοιχεία του άλλου, καιροφυλακτεί ο κίνδυνος να τροποποιήσει τα δικά του, υιοθετώντας ανεξέλεγκτα τα διαφορετικά . Ζούμε στη Ρόδο και έχουμε όλοι υποστεί τις συνέπειες της ξενομανίας. Για πολλά χρόνια τις βλέπαμε δίπλα μας αισθητά. Σε πολλές περιπτώσεις εξακολουθούμε να τις βλέπουμε και σήμερα.
Αυτό είναι αλήθεια , αλλά όχι με τη σχέση αιτίου –αιτιατού. Μπορεί να συμβεί. Αλλά δεν είναι σίγουρο. Μπορεί να σημαίνει εξουδετέρωση, – και θα περιγράψω στη συνέχεια στο χώρο της λογοτεχνίας τι σημαίνει αυτό- , αλλά μπορεί να σημαίνει και δημιουργική αφομοίωση. Γιατί δεν είναι καθοριστικός παράγοντας η επικοινωνία, η επαφή, ή ακόμα κι ο συγχρωτισμός των λαών μεταξύ τους. Αυτή έτσι κι αλλιώς είναι η πραγματικότητα του 21ου αι. . Δεν μπορεί ,ούτε και πρόκειται να αλλάξει. Τα σύνορα για τους λαούς –έστω κι αν το αγνοούν οι κυβερνήσεις, έχουν πέσει. Υπ’ αυτό το πρίσμα , την ιστορία πλέον την κινούν οι πολίτες.
Συμβιώνουμε πλέον με Ιρανούς, Ιρακινούς, Αφγανούς, Βούλγαρους, Μολδαβούς, Ρώσους , Αλβανούς, όμοια όπως πριν από κάποια χρόνια με Πολωνούς, Βιετναμέζους και τόσους άλλους. Δεν είναι άρα λύση να τους αγνοούμε. Ούτε βέβαια να τους δεχτούμε άκριτα, στο σύνολό τους. Αλλά δεν είναι – για παράδειγμα – όλοι οι Αλβανοί το ίδιο. Με αφορμή το βιβλίο μου , κάνοντας μια μικρή έρευνα γι’αυτό το λαό, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ίσως είναι ο μοναδικός λαός-ή σίγουρα ένας από τους λίγους- που δεν έμαθαν να ξεχωρίζουν το καλό και το κακό, το δίκιο και το άδικο. Δεν είχαν το Θεό να πιστέψουν, να τους βοηθήσει να οριοθετήσουν αξίες, να καλλιεργήσουν ηθικη. Ο Χότζα ήταν ο Θεός τους, σε αυτόν πίστευαν, μόλις αυτός κατέρρευσε τα παρέσυρε όλα. Αστυνομοκρατικό κράτος, πρόσεχαν μόνο να μην τους δει ο χωροφύλακας. Σε διαφορετική περίπτωση μπορούσαν να κάνουν τα πάντα. Γι’ αυτό είδαμε εγκλήματα για εκατό δραχμές. Άμα δεν έχεις συνείδηση να σε σταματήσει, οι εκατό δραχμές και τα δέκα εκατομμύρια είναι το ίδιο ποσό, εφόσον εκείνη τη στιγμή είναι εκείνα που έχεις ανάγκη, και το μόνο που ασπάζεσαι είναι το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Τη θέση μου επιβεβαίωσε και ο κοινωνιολόγος κ. Βασίλης Φίλιας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ισοπεδώνονται όλοι κάτω από το ίδιο σχήμα και πολύ περισσότερο ότι κι αυτός ο λαός δεν έχει πολιτισμό. Το σημαντικό είναι να τον μάθουμε και να τον σεβαστούμε και μεις.
Με στόχο να τους εντάξουμε. Μας συμφέρει ως έθνος να το κάνουμε αυτό. Ακόμα και ως κράτος. Σας θυμίζω τη ρήση του Τζόρτζ Κάννιγκ που ως Υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας είχε το 1820 τονίσει ότι οι Άγγλοι υπήρξαν για τρεις γενιές φιλότουρκοι ακριβώς γιατί ήταν Αγγλόφιλοι. Η έννοια της πατρίδας τον 21ο αι. επιβάλλει να κάνουμε τέτοια ανοίγματα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να χάνονται τα στοιχεία του ενός λαού στην παρουσία του άλλου. Ούτε καν να απειλούνται. Αντίθετα είναι ευκαιρία να ενδυναμώνονται, να αναδεικνύονται, να εμπλουτίζονται. Συσφίγγουν οι λαοί τις σχέσεις τους αλληλοεπηρεαζόμενοι. Τροποποιούνται και οι κουλτούρες. Ο κόσμος προχωράει. Το οικοδόμημα φουσκώνει, που θα έλεγε κι ο Παπανούτσος, εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία, γιγαντώνεται, εμφανίζεται υγιές, δεν συρρικνώνεται και φθίνει. Αλλά με τη βασική προϋπόθεση τα στοιχεία που υιοθετούνται και αφομοιώνονται, να είναι ταιριαστά στην υπάρχουσα κουλτούρα. Με σεβασμό στη δική του ο κάθε λαός θα γνωρίσει τη κουλτούρα του άλλου. Με προϋπάρχουσα την εκτίμηση για τη δική του. Άρα καθοριστικός παράγοντας είναι η παιδεία των λαών. Παιδεία που οδηγεί στη γνώση και το σεβασμό και στερεώνει ένα υπόβαθρο ανθρωπιστικών και πολιτιστικών αξιών με κέντρο τον άνθρωπο, το φυσικό και το ιστορικό του περιβάλλον. Κι από κεί και πέρα, κανείς δεν καταστρέφει αυτό που ξέρει κι έχει μάθει να σέβεται. Με στόχο μια καλύτερη κοινωνία. Κι είναι θέμα χειρισμού και επιλογών το «αν θα προσανατολίσουμε το μέλλον του πολιτισμού μας προς αυτήν ή προς τη βαρβαρότητα» κατά πως ισχυρίζονται κι οι σύγχρονοι φιλόσοφοι.

Μίλησα ως τώρα κυρίως για την πολυπολιτισμικότητα σε σχέση με την εθνική κουλτούρα. Μια τρίτη έννοια είναι η παγκοσμιοποίηση. Κι αυτή μαζί με άλλους πλήττει και το χώρο του αμέσου ενδιαφέροντός μου, το χώρο της λογοτεχνίας, δεδομένου ότι στη νέα πραγματικότητα ο λογοτέχνης καλείται εκ νέου να οριοθετήσει τη θέση του. Τι θέλει να πει, σε τι να συμβάλλει η λογοτεχνία, τι να προασπίσει, τι να σημάνει… Για ποιο λόγο εντρυφούμε σε αυτήν… ποιος εντέλει είναι ο στόχος αυτού που εγώ τουλάχιστον θα ονόμαζα «πολιτισμό της λογοτεχνικής γραφής».
Ο λογοτέχνης –άκουσα το Βασίλη το Φίλια να λέει πρόσφατα σε ένα συνέδριο που είχα την τιμή και τη χαρά να συμμετέχω- διαφέρει από το φιλόλογο γιατί ο τελευταίος ασχολείται με τη λέξη, ενώ ο πρώτος με τα πράγματα, με την έννοια των γεγονότων, με την έννοια των «όντως όντων». Όχημά του όμως βεβαίως είναι η λέξη, ο λόγος, εν κατακλείδι η γλώσσα. Και η κύρια πολιτιστική μάχη γίνεται σήμερα γύρω από τη γλώσσα. Κι εννοούσε μεθοδευμένα , με στόχο….
Με τον όρο «Παγκοσμιοποίηση» γενικά οριοθετούμε τη μετάβαση από το εθνικό στο παγκόσμιο επίπεδο νοοτροπιών, συμπεριφορών, ταυτίζοντάς τη με την ισοπέδωση, την εξομοίωση του τρόπου σκέψης, δράσης και αντίδρασης των λαών σε όλον τον κόσμο. Απλουστευμένα και σχηματικά: η σκέψη περνά από το διαδίκτυο, όλοι οι λαοί είναι ένα, σκέφτονται , λειτουργούν και αντιδρούν το ίδιο. Αυτό εννοούσα με την “εξουδετέρωση “ για να σας θυμίσω αυτά που λίγο πριν είπα.
Σε αυτό το πλέγμα ο λογοτέχνης καλείται να γράψει οτιδήποτε μπορεί να ενδιαφέρει ένα παγκόσμιο κοινό. Τα θέματα κοινά, οι αναφορές κοινές, στόχος ο μέσος αναγνώστης, που όχι μόνο αντιλαμβάνεται τα «κοινά» αλλά αποτελεί κι ένα πολυπληθές αναγνωστικό μερίδιο ιδιαίτερα προκλητικό για τον οποιονδήποτε εκδότη. Κάτι δηλαδή, σαν ελάχιστον κοινός πολλαπλάσιος, να μου επιτρέψετε το συνειρμό από τα μαθηματικά, έτσι κι αλλιώς για υπολογιστική λογική γίνεται λόγος τώρα.
Και βέβαια σε μια γλώσσα περίπου κοινή, ευκολομετάφραστη, προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις ενός παγκόσμιου λεξικού, που κράτα κι εκείνο το μέσο όρο κι απαιτεί να το σέβονται. Στόχος η κοινοτυπία και επικίνδυνο σημείο η ακρότητα, η γλωσσική ιδιοτυπία, οι νεολογισμοί, η ανάγκη της λεπτομερούς περιγραφής κι οι αποδεκτές -σε άλλες περιπτώσεις- λεκτικές ακροβασίες. Όμως όλα αυτά είναι που καταδεικνύουν μια γλώσσα που επεξεργάζεται συνεχώς, που στο εργαστήρι του δημιουργού σμιλεύεται και -ανάλογα με την τέχνη του καλλιτέχνη- μεγαλουργεί ή φθίνει. Όλα είναι μέσα στο παιχνίδι, κι όλα είναι επιτρεπτά στο γνήσιο λογοτέχνη, αφού εκεί τίποτα δεν θεωρείται ορισμένο και όλα βρίσκονται υπό συνεχή διερεύνηση, γεώργηση και κατάκτηση , που λέει και ο Παντελής ο Μπουκάλας. “ Η γλώσσα δεν είναι τόπος γέννησης, είναι τόπος ανακατάκτησης αυτού που δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται δεδομένο…»
“Αυτή ακριβώς η ποιητική επεξεργασία απουσιάζει σε πεζογραφήματα – συνεχίζει ο Μπουκάλας- που είναι μεν γραμμένα στην Ελληνική ή όποια άλλη γλώσσα, όμως στη βαθιά τους δομή έχουν συνταχθεί κατά το πρότυπο μια απλουστευμένης, επίπεδης και άμουσης εσπεράντο, χαμηλότερης και της τηλεοπτικής κοινής…μια γλώσσα γυάλινη, άτερπνη, ακίνδυνη, μονοεπίπεδη…»
Αυτό –πρέπει να παραδεχτούμε- ότι συμβαίνει όταν ο συγγραφέας έχει εκ προοιμίου αποφασίσει ότι η δουλειά του εξαντλείται στην υπόθεση.
Είναι φανερό όμως ότι κανένας λογοτέχνης που σέβεται στον εαυτό του δεν υποκύπτει -ανενδοίαστα τουλάχιστον- σε μια τέτοια λογική, ακολουθώντας συγκεκριμένες συνταγές επιτυχίας που του υποδεικνύουν, μάλιστα, οι εκδότες του. Όχι γιατί δεν τον ενδιαφέρουν οι πωλήσεις, ή γιατί δεν νοιάζεται για την αναγνωσιμότητα των βιβλίων του. Ό, τι γράφεται και κυρίως ό, τι εκδίδεται γίνεται για να διαβαστεί. Την ορμή της ανακοίνωσης υπηρετεί ο λογοτέχνης, την ανάγκη για επικοινωνία ζητά να πληρώσει. Μα όχι χωρίς αρχές και σε λάθος κατεύθυνση. Όχι με στόχο μόνο το μέσο αναγνώστη. Ακόμα κι εκείνος που δύσκολα το παραδέχεται, τον υποψιασμένο –θέλω να πιστεύω- καρτερεί, στην κοινωνία αναγνωστών επιθυμεί να εισέλθει, στον απαιτητικό αναγνώστη αποβλέπει. Αυτόν που μέσα στη μάζα θα αναζητήσει το διαφορετικό, θα επιχειρήσει να ανακαλύψει νέα πράγματα, να δει πώς προσλαμβάνουν τα ίδια προβλήματα άλλοι άνθρωποι αλλού, αν ακόμα, τα θεωρούν προβλήματα, ή είναι κάπως αλλιώς κατανεμημένα στο δικό τους τρόπο σκέψης.
Γιατί αυτές οι διαφορές σε ολόκληρο τον κόσμο έστω και στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και σε περιβάλλον πολυπολιτισμικότητας και υφίστανται και ανθίστανται. Η ομογενοποίηση των λαών περνά από άλλους δρόμους, αδιάβατα στενοσόκακα για τους υπερπολιτισμένους, τους δικτυωμένους, δεν μου φαίνεται πως όλοι εμείς που έχουμε διαφορετική εντύπωση κινδυνεύουμε να τα διαβούνε εκείνοι…
Η θετική πλευρά όμως της παγκοσμιοποίησης, γιατί υπάρχει τέτοια, είναι η ευκαιρία να νιώσουν οι λαοί πως τα προβλήματά τους είναι κοινά και πως δεν τους εμποδίζουν πια τα σύνορα για να τα διαδηλώνουν από κοινού, αντίθετα τους επιτρέπουν να ενώνουν τα χέρια για να φωνάζουν ενάντια. Αλλά αυτό δεν ανήκει στο οπτικό πεδίο των υπερασπιστών της παγκοσμιοποίησης συλλήβδην, όλων εκείνων, δηλαδή, που δεν μπορούν να τη δουν διττά: από τη μια, ως συνειδητοποίηση του ότι ανήκουμε σε ένα ευρύτερο σύνολο, αλλά από την άλλη, ως διατήρηση των στοιχείων της εθνικής ταυτότητας. Δεν τους ενδιαφέρει. Θα αφήσουνε ήσυχους λοιπόν τους εντελώς ιδιαίτερους λαούς και θα «μας αφήσουνε» ήσυχους.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, η παγκοσμιοποίηση είναι ένας μύθος. Περιγράφεται ως γεγονός, αλλά δεν συντελείται στα εσωτερικά της χαρακτηριστικά. Τι σημασία έχει ένα γεμάτο πορτοφόλι στα βάθη στης Ανατολής για τη γυναίκα με τη μπούργκα, τι νόημα προσλαμβάνουν οι οργιαστικές τελετές υπερκορεσμένων καταναλωτικών ανθρώπων που αναζητούν απεγνωσμένα νέες μορφές ηδονικής απόλαυσης; «Αφορά όμως- θα πουν ίσως κάποιοι κι από το χώρο της λογοτεχνίας- το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Κάτι υπηρετούν και κάτι έχουν δώσει κι αυτοί που ασκούνται έστω και μόνο στο ερωτικό Άρλεκιν του περιπτέρου. Πολλοί άλλωστε τη γνωριμία τους με το εξωσχολικό βιβλίο ίσως μέσα από κει να την πρωτοέκαναν. Από την άλλη, δεν περιμένουμε να μας διαβάσει ο λαός του Αφγανιστάν, του Πακιστάν ή της Ινδίας…»
Σωστά. Εμείς όμως περιμένουμε να μάθουμε για τον τρόπο που σκέφτεται ο λαός του Αφγανιστάν, του Πακιστάν, ή της Ινδίας. Γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε μέλη «ενός οικουμενικού χωριού» διατηρώντας όμως ταυτόχρονα τις ιδιαιτερότητες, τις πολιτιστικές και πολιτισμικές μας καταβολές, τις αρχές και τις αξίες μας. Έτσι αντιπαραβάλλεται η έννοια της παγκοσμιοποίησης με εκείνη της παγκοσμιότητας :
Globalisation # Globality
Αυτή λοιπόν είναι η προσφορά της λογοτεχνίας. Στόχο και αξία έχει να γνωρίσει αυτές τις ιδιαιτερότητες του κάθε λαού στον άλλο. Να αναδείξει την πολιτισμική σύγκρουση. Να κάνει πράξη την ώσμωση, την ενδοεπικοινωνία, την αλληλεπίδραση των λαών ιδιαίτερα στη νέα πραγματικότητα.
Είναι ψευδοπρόβλημα και μύθος πως «εμμένοντας πεισματικά –για να γυρίσουμε στα δικά μας- Ελληνόπρεπα και εθνικά» απεμπολείς την αναγνωσιμότητα, περιθωριοποιείσαι, απομονώνεσαι. Δεν εννοώ βεβαίως τη στατική περιγραφή του εθνικού χαρακτήρα, ή όπως έλεγε ο Πλασκοβίτης, «τη συνεχή έξαρση του ελληνικού χώρου, του ρωμαίικου χαρακτήρα, του ελληνικού πάθους». Μιλώ για την ενεργό παρακολούθηση και αποτύπωση του ελληνικού φαινομένου, γεγονός άλλωστε που μπορεί να αυξήσει και τη σημασία της ελληνικής πεζογραφίας στον Ευρωπαικό χώρο. Γιατί είναι γνωστό πως το αναγνωστικό κοινό δεν είναι συμπαγές σύνολο και δεν πρέπει ο λογοτέχνης να πέφτει στην παγίδα να το αντιμετωπίζει ως τέτοιο, φυτεύοντας ίδια λουλούδια που συχνά μάλιστα δεν ξέρει και πώς σπέρνονται…Η ζωντανή πεζογραφία είναι η λογοτεχνία των ιδεών , της κριτικής έρευνας, της διαμαρτυρίας, του ελέγχου, του προβληματισμού…Είναι αποτύπωση της εποχής και των αντίρροπων δυνάμεων που κάθε φορά την εκφράζουν και μάλιστα σε ένα συγκεκριμένο τόπο που δρά και παρατηρεί ο λογοτέχνης και ανάλογα με τη θέση που έχει στην κοινωνία. «Η γνήσια τέχνη -έλεγε ο Αργυρίου- . προϋποθέτει έντιμη σχέση με το αντικείμενό της…Πώς να περιγράψει ένας συγγραφέας τους μηχανισμούς μιας κοινωνίας και τους φορείς της όταν ζει έξω από αυτούς;» .
Ο Τσίρκας αρνήθηκε να γράψει 4ο τόμο στην Τριλογία του, γιατί –γράφει- «σκόνταφτα σε ένα μεγάλο εμπόδιο, ανυπέρβλητο. Δεν είχα βιώματα από την Ελλάδα στα χρόνια του εμφυλίου. Να τα επινοήσω από διηγήσεις, από διαβάσματα; μέσα μου κάτι αντιστεκόταν: θα ήταν σαν να έκανα μια πλαστογραφία, μια αξιόποινο πράξη» . Δεν ξέρω αν συμφωνώ σε αυτό το σημείο με τον Τσίρκα. Ίσως βρίσκω τη θέση υπερβολική. Αλλά σίγουρα δεν θεωρώ ρεαλισμό την ταύτιση με την κρατούσα άποψη, την αποδοχή της εύκολης λύσης…
Ας μην ξεχνάμε ότι δεν διαβάζουμε Pablo Neruda ή Lorca επειδή ήτανε παγκοσμιοποιημένοι. Συχνά δεν αναγνωρίζουμε ούτε τις βασικές στο χώρο και στα ονόματα διαδρομές του Markes, αλλά εντρυφούμε με μανία στις σελίδες του επιχειρώντας να τα αποκωδικοποιήσουμε, μαζί με τους τρόπους σκέψης και τις στάσεις ζωής των συμπατριωτών του, εμπλεκόμενοι με ονόματα αξεπέραστων γλωσσοδετών που αναδύουν μυρωδιές καυτού καλοκαιριού , άγνωστης αύρας. Αυτό μας έλκει, εκεί ζητούμε να ταξιδέψουμε. Από την άποψη αυτή ο λογοτέχνης είναι ο πιο αξιόπιστος πρέσβης της χώρας του στις α-συνοριακές ερήμους της νέας εποχής. Να βγει εκεί –ιδιαίτερα και πολύ περισσότερο τώρα- με τη δική του αλήθεια, να μιλήσει για τα δικά του βιωμένα πράγματα, να αρνηθεί την υιοθέτηση της ισοπεδωτικής μαζικής κουλτούρας. Να στοχεύσει στην ψυχή του άλλου και να στήσει στη συνέχεια αυτί να ακούσει κι εκείνου το τραγούδι.

Mε αυτή την προοπτική η λογοτεχνία έχει και θέση και πολύ χώρο ακόμα να αναδειχτεί. Η νέα τάξη πραγμάτων δεν είναι οπωσδήποτε μια καταστροφική προοπτική. Μπορούμε να λειτουργήσουμε με κίνητρο την «επιθυμία για περιπλάνηση». Να αναζητήσουμε κοινές επιλογές επιδιώκοντας να δημιουργήσουμε σταθερούς και ισχυρούς δεσμούς με τους ανθρώπους. Στα πλαίσια βέβαια της νέας πραγματικότητας. Ενός κόσμου που δεν καθορίζεται τόσο από γεωγραφικά όρια, ενός ανθρώπου που λειτουργεί πολυδιάστατα, που αλληλοκαθορίζεται κι αλληλοεξαρτιέται από τον άλλο άνθρωπο , στον ευρύ χώρο ενός «διαπλανητικού πολιτισμού» που υπακούει στη λογική της σύζευξης, της μείξης, χωρίς όμως απαραίτητα αυτό να σημαίνει απορρόφηση της μιας κουλτούρας από την άλλη. Χωρίς να σημαίνει εκφυλισμό σε ισοπεδωτικό ολοκληρωτισμό , αλλά συμπλήρωση, συνεισφορά, γνωριμία.

Σας ευχαριστώ….

Πολυπολιτισμικότητα και εθνική κουλτούρα: διϊστάμενες έννοιες; ή – δυνητικά- αλληλοσυμπληρωματικές; Το παράδειγμα της Λογοτεχνίας.

Κώς , 23-5-2004
Rόδος, 13-05-2005
Κυρίες και κύριοι,
Αγαπητοί φίλοι και φίλες,

Κεντρικό σημείο αναφοράς μας τρεις έννοιες: πολυπολιτισμικότητα, παγκοσμιοποίηση, εθνική κουλτούρα.
Είναι αλήθεια πως συνηθίσαμε να θεωρούμε πως από τη στιγμή που ένας λαός έρχεται σε επαφή με έναν άλλο κι ανταλλάσσουν ιδέες, ο ένας μαθαίνει για τα στοιχεία του άλλου, καιροφυλακτεί ο κίνδυνος να τροποποιήσει τα δικά του, υιοθετώντας ανεξέλεγκτα τα διαφορετικά . Ζούμε στη Ρόδο και έχουμε όλοι υποστεί τις συνέπειες της ξενομανίας. Για πολλά χρόνια τις βλέπαμε δίπλα μας αισθητά. Σε πολλές περιπτώσεις εξακολουθούμε να τις βλέπουμε και σήμερα.
Αυτό είναι αλήθεια , αλλά όχι με τη σχέση αιτίου –αιτιατού. Μπορεί να συμβεί. Αλλά δεν είναι σίγουρο. Μπορεί να σημαίνει εξουδετέρωση, – και θα περιγράψω στη συνέχεια στο χώρο της λογοτεχνίας τι σημαίνει αυτό- , αλλά μπορεί να σημαίνει και δημιουργική αφομοίωση. Γιατί δεν είναι καθοριστικός παράγοντας η επικοινωνία, η επαφή, ή ακόμα κι ο συγχρωτισμός των λαών μεταξύ τους. Αυτή έτσι κι αλλιώς είναι η πραγματικότητα του 21ου αι. . Δεν μπορεί ,ούτε και πρόκειται να αλλάξει. Τα σύνορα για τους λαούς –έστω κι αν το αγνοούν οι κυβερνήσεις, έχουν πέσει. Υπ’ αυτό το πρίσμα , την ιστορία πλέον την κινούν οι πολίτες.
Συμβιώνουμε πλέον με Ιρανούς, Ιρακινούς, Αφγανούς, Βούλγαρους, Μολδαβούς, Ρώσους , Αλβανούς, όμοια όπως πριν από κάποια χρόνια με Πολωνούς, Βιετναμέζους και τόσους άλλους. Δεν είναι άρα λύση να τους αγνοούμε. Ούτε βέβαια να τους δεχτούμε άκριτα, στο σύνολό τους. Αλλά δεν είναι – για παράδειγμα – όλοι οι Αλβανοί το ίδιο. Με αφορμή το βιβλίο μου , κάνοντας μια μικρή έρευνα γι’αυτό το λαό, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ίσως είναι ο μοναδικός λαός-ή σίγουρα ένας από τους λίγους- που δεν έμαθαν να ξεχωρίζουν το καλό και το κακό, το δίκιο και το άδικο. Δεν είχαν το Θεό να πιστέψουν, να τους βοηθήσει να οριοθετήσουν αξίες, να καλλιεργήσουν ηθικη. Ο Χότζα ήταν ο Θεός τους, σε αυτόν πίστευαν, μόλις αυτός κατέρρευσε τα παρέσυρε όλα. Αστυνομοκρατικό κράτος, πρόσεχαν μόνο να μην τους δει ο χωροφύλακας. Σε διαφορετική περίπτωση μπορούσαν να κάνουν τα πάντα. Γι’ αυτό είδαμε εγκλήματα για εκατό δραχμές. Άμα δεν έχεις συνείδηση να σε σταματήσει, οι εκατό δραχμές και τα δέκα εκατομμύρια είναι το ίδιο ποσό, εφόσον εκείνη τη στιγμή είναι εκείνα που έχεις ανάγκη, και το μόνο που ασπάζεσαι είναι το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ισοπεδώνονται όλοι κάτω από το ίδιο σχήμα και πολύ περισσότερο ότι κι αυτός ο λαός δεν έχει πολιτισμό. Το σημαντικό είναι να τον μάθουμε και να τον σεβαστούμε και μεις.
Με στόχο να τους εντάξουμε. Μας συμφέρει ως έθνος να το κάνουμε αυτό. Ακόμα και ως κράτος. Σας θυμίζω τη ρήση του Τζόρτζ Κάννιγκ που ως Υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας είχε το 1820 τονίσει ότι οι Άγγλοι υπήρξαν για τρεις γενιές φιλότουρκοι ακριβώς γιατί ήταν Αγγλόφιλοι. Η έννοια της πατρίδας τον 21ο αι. επιβάλλει να κάνουμε τέτοια ανοίγματα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να χάνονται τα στοιχεία του ενός λαού στην παρουσία του άλλου. Ούτε καν να απειλούνται. Αντίθετα είναι ευκαιρία να ενδυναμώνονται, να αναδεικνύονται, να εμπλουτίζονται. Συσφίγγουν οι λαοί τις σχέσεις τους αλληλοεπηρεαζόμενοι. Τροποποιούνται και οι κουλτούρες. Ο κόσμος προχωράει. Το οικοδόμημα φουσκώνει, που θα έλεγε κι ο Παπανούτσος, εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία, γιγαντώνεται, εμφανίζεται υγιές, δεν συρρικνώνεται και φθίνει. Αλλά με τη βασική προϋπόθεση τα στοιχεία που υιοθετούνται και αφομοιώνονται, να είναι ταιριαστά στην υπάρχουσα κουλτούρα. Με σεβασμό στη δική του ο κάθε λαός θα γνωρίσει τη κουλτούρα του άλλου. Με προϋπάρχουσα την εκτίμηση για τη δική του. Άρα καθοριστικός παράγοντας είναι η παιδεία των λαών. Παιδεία που οδηγεί στη γνώση και το σεβασμό και στερεώνει ένα υπόβαθρο ανθρωπιστικών και πολιτιστικών αξιών με κέντρο τον άνθρωπο, το φυσικό και το ιστορικό του περιβάλλον. Κι από κεί και πέρα, κανείς δεν καταστρέφει αυτό που ξέρει κι έχει μάθει να σέβεται. Με στόχο μια καλύτερη κοινωνία. Κι είναι θέμα χειρισμού και επιλογών το «αν θα προσανατολίσουμε το μέλλον του πολιτισμού μας προς αυτήν ή προς τη βαρβαρότητα» κατά πως ισχυρίζονται κι οι σύγχρονοι φιλόσοφοι.

Μίλησα ως τώρα κυρίως για την πολυπολιτισμικότητα σε σχέση με την εθνική κουλτούρα. Μια τρίτη έννοια είναι η παγκοσμιοποίηση. Κι αυτή μαζί με άλλους πλήττει και το χώρο του αμέσου ενδιαφέροντός μου, το χώρο της λογοτεχνίας, δεδομένου ότι στη νέα πραγματικότητα ο λογοτέχνης καλείται εκ νέου να οριοθετήσει τη θέση του. Τι θέλει να πει, σε τι να συμβάλλει η λογοτεχνία, τι να προασπίσει, τι να σημάνει… Για ποιο λόγο εντρυφούμε σε αυτήν… ποιος εντέλει είναι ο στόχος αυτού που εγώ τουλάχιστον θα ονόμαζα «πολιτισμό της λογοτεχνικής γραφής».
Ο λογοτέχνης –άκουσα το Βασίλη το Φίλια να λέει πρόσφατα – διαφέρει από το φιλόλογο γιατί ο τελευταίος ασχολείται με τη λέξη, ενώ ο πρώτος με τα πράγματα, με την έννοια των γεγονότων, με την έννοια των «όντως όντων». Όχημά του όμως βεβαίως είναι η λέξη, ο λόγος, εν κατακλείδι η γλώσσα. Και η κύρια πολιτιστική μάχη γίνεται σήμερα γύρω από τη γλώσσα. Κι εννοούσε μεθοδευμένα , με στόχο….
Με τον όρο «Παγκοσμιοποίηση» γενικά οριοθετούμε τη μετάβαση από το εθνικό στο παγκόσμιο επίπεδο νοοτροπιών, συμπεριφορών, ταυτίζοντάς τη με την ισοπέδωση, την εξομοίωση του τρόπου σκέψης, δράσης και αντίδρασης των λαών σε όλον τον κόσμο. Απλουστευμένα και σχηματικά: η σκέψη περνά από το διαδίκτυο, όλοι οι λαοί είναι ένα, σκέφτονται , λειτουργούν και αντιδρούν το ίδιο. Αυτό εννοούσα με την “εξουδετέρωση “ για να σας θυμίσω αυτά που λίγο πριν είπα.
Σε αυτό το πλέγμα ο λογοτέχνης καλείται να γράψει οτιδήποτε μπορεί να ενδιαφέρει ένα παγκόσμιο κοινό. Τα θέματα κοινά, οι αναφορές κοινές, στόχος ο μέσος αναγνώστης, που όχι μόνο αντιλαμβάνεται τα «κοινά» αλλά αποτελεί κι ένα πολυπληθές αναγνωστικό μερίδιο ιδιαίτερα προκλητικό για τον οποιονδήποτε εκδότη. Κάτι δηλαδή, σαν ελάχιστον κοινός πολλαπλάσιος, να μου επιτρέψετε το συνειρμό από τα μαθηματικά, έτσι κι αλλιώς για υπολογιστική λογική γίνεται λόγος τώρα.
Και βέβαια σε μια γλώσσα περίπου κοινή, ευκολομετάφραστη, προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις ενός παγκόσμιου λεξικού, που κράτα κι εκείνο το μέσο όρο κι απαιτεί να το σέβονται. Στόχος η κοινοτυπία και επικίνδυνο σημείο η ακρότητα, η γλωσσική ιδιοτυπία, οι νεολογισμοί, η ανάγκη της λεπτομερούς περιγραφής κι οι αποδεκτές -σε άλλες περιπτώσεις- λεκτικές ακροβασίες. Όμως όλα αυτά είναι που καταδεικνύουν μια γλώσσα που επεξεργάζεται συνεχώς, που στο εργαστήρι του δημιουργού σμιλεύεται και -ανάλογα με την τέχνη του καλλιτέχνη- μεγαλουργεί ή φθίνει. Όλα είναι μέσα στο παιχνίδι, κι όλα είναι επιτρεπτά στο γνήσιο λογοτέχνη, αφού εκεί τίποτα δεν θεωρείται ορισμένο και όλα βρίσκονται υπό συνεχή διερεύνηση, γεώργηση και κατάκτηση , που λέει και ο Παντελής ο Μπουκάλας. “ Η γλώσσα δεν είναι τόπος γέννησης, είναι τόπος ανακατάκτησης αυτού που δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται δεδομένο…»
“Αυτή ακριβώς η ποιητική επεξεργασία απουσιάζει σε πεζογραφήματα – συνεχίζει ο Μπουκάλας- που είναι μεν γραμμένα στην Ελληνική ή όποια άλλη γλώσσα, όμως στη βαθιά τους δομή έχουν συνταχθεί κατά το πρότυπο μια απλουστευμένης, επίπεδης και άμουσης εσπεράντο, χαμηλότερης και της τηλεοπτικής κοινής…μια γλώσσα γυάλινη, άτερπνη, ακίνδυνη, μονοεπίπεδη…»
Αυτό –πρέπει να παραδεχτούμε- ότι συμβαίνει όταν ο συγγραφέας έχει εκ προοιμίου αποφασίσει ότι η δουλειά του εξαντλείται στην υπόθεση.
Είναι φανερό όμως ότι κανένας λογοτέχνης που σέβεται στον εαυτό του δεν υποκύπτει -ανενδοίαστα τουλάχιστον- σε μια τέτοια λογική, ακολουθώντας συγκεκριμένες συνταγές επιτυχίας που του υποδεικνύουν, μάλιστα, οι εκδότες του. Όχι γιατί δεν τον ενδιαφέρουν οι πωλήσεις, ή γιατί δεν νοιάζεται για την αναγνωσιμότητα των βιβλίων του. Ό, τι γράφεται και κυρίως ό, τι εκδίδεται γίνεται για να διαβαστεί. Την ορμή της ανακοίνωσης υπηρετεί ο λογοτέχνης, την ανάγκη για επικοινωνία ζητά να πληρώσει. Μα όχι χωρίς αρχές και σε λάθος κατεύθυνση. Όχι με στόχο μόνο το μέσο αναγνώστη. Ακόμα κι εκείνος που δύσκολα το παραδέχεται, τον υποψιασμένο –θέλω να πιστεύω- καρτερεί, στην κοινωνία αναγνωστών επιθυμεί να εισέλθει, στον απαιτητικό αναγνώστη αποβλέπει. Αυτόν που μέσα στη μάζα θα αναζητήσει το διαφορετικό, θα επιχειρήσει να ανακαλύψει νέα πράγματα, να δει πώς προσλαμβάνουν τα ίδια προβλήματα άλλοι άνθρωποι αλλού, αν ακόμα, τα θεωρούν προβλήματα, ή είναι κάπως αλλιώς κατανεμημένα στο δικό τους τρόπο σκέψης.
Γιατί αυτές οι διαφορές σε ολόκληρο τον κόσμο έστω και στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και σε περιβάλλον πολυπολιτισμικότητας και υφίστανται και ανθίστανται. Η ομογενοποίηση των λαών περνά από άλλους δρόμους, αδιάβατα στενοσόκακα για τους υπερπολιτισμένους, τους δικτυωμένους, δεν μου φαίνεται πως όλοι εμείς που έχουμε διαφορετική εντύπωση κινδυνεύουμε να τα διαβούνε εκείνοι…
Η θετική πλευρά όμως της παγκοσμιοποίησης, γιατί υπάρχει τέτοια, είναι η ευκαιρία να νιώσουν οι λαοί πως τα προβλήματά τους είναι κοινά και πως δεν τους εμποδίζουν πια τα σύνορα για να τα διαδηλώνουν από κοινού, αντίθετα τους επιτρέπουν να ενώνουν τα χέρια για να φωνάζουν ενάντια. Αλλά αυτό δεν ανήκει στο οπτικό πεδίο των υπερασπιστών της παγκοσμιοποίησης συλλήβδην, όλων εκείνων, δηλαδή, που δεν μπορούν να τη δουν διττά: από τη μια, ως συνειδητοποίηση του ότι ανήκουμε σε ένα ευρύτερο σύνολο, αλλά από την άλλη, ως διατήρηση των στοιχείων της εθνικής ταυτότητας. Δεν τους ενδιαφέρει. Θα αφήσουνε ήσυχους λοιπόν τους εντελώς ιδιαίτερους λαούς και θα «μας αφήσουνε» ήσυχους.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, η παγκοσμιοποίηση είναι ένας μύθος. Περιγράφεται ως γεγονός, αλλά δεν συντελείται στα εσωτερικά της χαρακτηριστικά. Τι σημασία έχει ένα γεμάτο πορτοφόλι στα βάθη στης Ανατολής για τη γυναίκα με τη μπούργκα, τι νόημα προσλαμβάνουν οι οργιαστικές τελετές υπερκορεσμένων καταναλωτικών ανθρώπων που αναζητούν απεγνωσμένα νέες μορφές ηδονικής απόλαυσης; «Αφορά όμως- θα πουν ίσως κάποιοι κι από το χώρο της λογοτεχνίας- το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Κάτι υπηρετούν και κάτι έχουν δώσει κι αυτοί που ασκούνται έστω και μόνο στο ερωτικό Άρλεκιν του περιπτέρου. Πολλοί άλλωστε τη γνωριμία τους με το εξωσχολικό βιβλίο ίσως μέσα από κει να την πρωτοέκαναν. Από την άλλη, δεν περιμένουμε να μας διαβάσει ο λαός του Αφγανιστάν, του Πακιστάν ή της Ινδίας…»
Σωστά. Εμείς όμως περιμένουμε να μάθουμε για τον τρόπο που σκέφτεται ο λαός του Αφγανιστάν, του Πακιστάν, ή της Ινδίας. Γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε μέλη «ενός οικουμενικού χωριού» διατηρώντας όμως ταυτόχρονα τις ιδιαιτερότητες, τις πολιτιστικές και πολιτισμικές μας καταβολές, τις αρχές και τις αξίες μας. Έτσι αντιπαραβάλλεται η έννοια της παγκοσμιοποίησης με εκείνη της παγκοσμιότητας :
Globalisation # Globality
Αυτή λοιπόν είναι η προσφορά της λογοτεχνίας. Στόχο και αξία έχει να γνωρίσει αυτές τις ιδιαιτερότητες του κάθε λαού στον άλλο. Να αναδείξει την πολιτισμική σύγκρουση. Να κάνει πράξη την ώσμωση, την ενδοεπικοινωνία, την αλληλεπίδραση των λαών ιδιαίτερα στη νέα πραγματικότητα.
Είναι ψευδοπρόβλημα και μύθος πως «εμμένοντας πεισματικά –για να γυρίσουμε στα δικά μας- Ελληνόπρεπα και εθνικά» απεμπολείς την αναγνωσιμότητα, περιθωριοποιείσαι, απομονώνεσαι. Δεν εννοώ βεβαίως τη στατική περιγραφή του εθνικού χαρακτήρα, ή όπως έλεγε ο Πλασκοβίτης, «τη συνεχή έξαρση του ελληνικού χώρου, του ρωμαίικου χαρακτήρα, του ελληνικού πάθους». Μιλώ για την ενεργό παρακολούθηση και αποτύπωση του ελληνικού φαινομένου, γεγονός άλλωστε που μπορεί να αυξήσει και τη σημασία της ελληνικής πεζογραφίας στον Ευρωπαικό χώρο. Γιατί είναι γνωστό πως το αναγνωστικό κοινό δεν είναι συμπαγές σύνολο και δεν πρέπει ο λογοτέχνης να πέφτει στην παγίδα να το αντιμετωπίζει ως τέτοιο, φυτεύοντας ίδια λουλούδια που συχνά μάλιστα δεν ξέρει και πώς σπέρνονται…Η ζωντανή πεζογραφία είναι η λογοτεχνία των ιδεών , της κριτικής έρευνας, της διαμαρτυρίας, του ελέγχου, του προβληματισμού…Είναι αποτύπωση της εποχής και των αντίρροπων δυνάμεων που κάθε φορά την εκφράζουν και μάλιστα σε ένα συγκεκριμένο τόπο που δρά και παρατηρεί ο λογοτέχνης και ανάλογα με τη θέση που έχει στην κοινωνία. «Η γνήσια τέχνη -έλεγε ο Αργυρίου- . προϋποθέτει έντιμη σχέση με το αντικείμενό της…Πώς να περιγράψει ένας συγγραφέας τους μηχανισμούς μιας κοινωνίας και τους φορείς της όταν ζει έξω από αυτούς;» .
Ο Τσίρκας αρνήθηκε να γράψει 4ο τόμο στην Τριλογία του, γιατί –γράφει- «σκόνταφτα σε ένα μεγάλο εμπόδιο, ανυπέρβλητο. Δεν είχα βιώματα από την Ελλάδα στα χρόνια του εμφυλίου. Να τα επινοήσω από διηγήσεις, από διαβάσματα; μέσα μου κάτι αντιστεκόταν: θα ήταν σαν να έκανα μια πλαστογραφία, μια αξιόποινο πράξη» . Δεν ξέρω αν συμφωνώ σε αυτό το σημείο με τον Τσίρκα. Ίσως βρίσκω τη θέση υπερβολική. Αλλά σίγουρα δεν θεωρώ ρεαλισμό την ταύτιση με την κρατούσα άποψη, την αποδοχή της εύκολης λύσης…
Ας μην ξεχνάμε ότι δεν διαβάζουμε Pablo Neruda ή Lorca επειδή ήτανε παγκοσμιοποιημένοι. Συχνά δεν αναγνωρίζουμε ούτε τις βασικές στο χώρο και στα ονόματα διαδρομές του Markes, αλλά εντρυφούμε με μανία στις σελίδες του επιχειρώντας να τα αποκωδικοποιήσουμε, μαζί με τους τρόπους σκέψης και τις στάσεις ζωής των συμπατριωτών του, εμπλεκόμενοι με ονόματα αξεπέραστων γλωσσοδετών που αναδύουν μυρωδιές καυτού καλοκαιριού , άγνωστης αύρας. Αυτό μας έλκει, εκεί ζητούμε να ταξιδέψουμε. Από την άποψη αυτή ο λογοτέχνης είναι ο πιο αξιόπιστος πρέσβης της χώρας του στις α-συνοριακές ερήμους της νέας εποχής. Να βγει εκεί –ιδιαίτερα και πολύ περισσότερο τώρα- με τη δική του αλήθεια, να μιλήσει για τα δικά του βιωμένα πράγματα, να αρνηθεί την υιοθέτηση της ισοπεδωτικής μαζικής κουλτούρας. Να στοχεύσει στην ψυχή του άλλου και να στήσει στη συνέχεια αυτί να ακούσει κι εκείνου το τραγούδι.

Mε αυτή την προοπτική η λογοτεχνία έχει και θέση και πολύ χώρο ακόμα να αναδειχτεί. Η νέα τάξη πραγμάτων δεν είναι οπωσδήποτε μια καταστροφική προοπτική. Μπορούμε να λειτουργήσουμε με κίνητρο την «επιθυμία για περιπλάνηση». Να αναζητήσουμε κοινές επιλογές επιδιώκοντας να δημιουργήσουμε σταθερούς και ισχυρούς δεσμούς με τους ανθρώπους. Στα πλαίσια βέβαια της νέας πραγματικότητας. Ενός κόσμου που δεν καθορίζεται τόσο από γεωγραφικά όρια, ενός ανθρώπου που λειτουργεί πολυδιάστατα, που αλληλοκαθορίζεται κι αλληλοεξαρτιέται από τον άλλο άνθρωπο , στον ευρύ χώρο ενός «διαπλανητικού πολιτισμού» που υπακούει στη λογική της σύζευξης, της μείξης, χωρίς όμως απαραίτητα αυτό να σημαίνει απορρόφηση της μιας κουλτούρας από την άλλη. Χωρίς να σημαίνει εκφυλισμό σε ισοπεδωτικό ολοκληρωτισμό , αλλά συμπλήρωση, συνεισφορά, γνωριμία.

Σας ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε,
αλλά θα με ευχαριστούσε περισσότερο,
αν τώρα ξεκίναγε μετάξύ μας μια συζήτηση…

Ποιος θα ήθελε να πει κάτι;

Θα ήθελα να ευχαριστήσω το ΔΣ της Ιπποκρατείου Βιβλιοθήκης της Κω και την αντιπρόεδρο κ. Μαίρη Φάκκου , διότι με την ευκαιρία της κυκλοφορίας του νέου βιβλίου μου Ανατέλλει και στη Ντέια [εκδ. Κοχλίας- Σαββάλας] , μου προέτρεψαν να αναπτύξω το θέμα “Παγκοσμιοποίηση και εθνική κουλτούρα: έννοιες που διίστανται ή αλληλοσυμπληρώνονται;” και να έχω την εμπειρία μιας υγιούς και συμμετοχικής συζήτησης και προβληματισμού σχετικά με την πραγματικότητα που βιώνουμε τα τελευταία χρόνια στην Ελλάδα, και όχι μόνο, της ουσιαστικής –δηλαδή- κατάρριψης των συνόρων από λαούς που μετακινούνται, που αλλάζουν τη ζωή τους, που επιλέγουν το άγνωστο, φοβισμένοι και τρομαγμένοι πρώτα οι ίδιοι από την πραγματικότητα του οικείου περιβάλλοντός τους, προκαλώντας σε κάποιες περιπτώσεις –στη συνέχεια- και εκείνοι, τον τρόμο των άλλων.
Μέσα στο χώρο της βιβλιοθήκης στην Κω καταφέραμε να κουβεντιάσουμε για ουτοπίες: “τα όνειρα χαράζουν τα σύνορα, / πριν τα αντιγράψουν τεχνοκράτες τοπογράφοι” , αλλά και για την αναγκαιότητα – και την προσφορά άρα- της λογοτεχνίας σε έναν κόσμο που δεν καθορίζεται τόσο από γεωγραφικά όρια, που λειτουργεί πολυδιάστατα, που αλληλοκαθορίζεται κι αλληλοεξαρτιέται από τον άλλο άνθρωπο, κι όπου εκείνη καλείται να γνωρίσει αυτές ακριβώς τις ιδιαιτερότητες του κάθε λαού στον άλλο. Να αναδείξει την πολιτισμική σύγκρουση. Να κάνει πράξη την ώσμωση, την ενδοεπικοινωνία, την αλληλεπίδραση των λαών ιδιαίτερα στη νέα πραγματικότητα.
Από την άποψη αυτή ο λογοτέχνης είναι ο πιο αξιόπιστος πρέσβης της χώρας του στις α-συνοριακές ερήμους της νέας εποχής. Οφείλει να βγει με τη δική του αλήθεια, να μιλήσει για τα δικά του βιωμένα πράγματα, να αρνηθεί την υιοθέτηση της ισοπεδωτικής μαζικής κουλτούρας. Να στοχεύσει στην ψυχή του άλλου και να στήσει -στη συνέχεια- αυτί να ακούσει κι εκείνου το τραγούδι.

Σας ευχαριστώ για τη φιλοξενία
Χαρά Κοσεγιάν, διδάκτωρ φιλοσοφίας-λογοτέχνης

HΜΕΡΙΔΑ ΓΙΑ ΤΗ ΓΛΩΣΣΑ ΣΤΗ ΡΟΔΟ
ΘΕΜΑ: “Η ΓΛΩΣΣΑ ΕΊΝΑΙ ΥΠΟΘΕΣΗ ΟΛΩΝ ΜΑΣ”

ΧΑΡΆ ΚΟΣΕΓΙΑΝ, δρ. Πανεπιστημίου Αθηνών -λογοτέχνης

«Πολυπολιτισμικότητα και εθνική κουλτούρα στο χώρο της Λογοτεχνίας.”

Rόδος, 13-05-2005
Κυρίες και κύριοι,
Κλήθηκα να ανοίξω τη σημερινή ημερίδα με θέμα «Η γλώσσα είναι υπόθεση όλων μας» με θέμα που αφορά τη λογοτεχνία και το λογοτεχνικό γίγνεσθαι, έχοντας στο νου μου δύο βασικούς άξονες. Ο ένας, είναι η σημερινή περιρρέουσα ατμόσφαιρα της πολυπολιτισμικότητας και της παγκοσμιοποίησης που τόσο επιθετικά έχει εισβάλλει κυρίως στο χώρο της λογοτεχνίας δημιουργώντας νέα δεδομένα. Ο δεύτερος, είναι η σταθερά ότι η λογοτεχνία είναι πολιτισμός. Φορέας και στίγμα του. «Η πρώτη ποιότητα λόγου είναι στη λογοτεχνία», λέει ο Κωστής Μπαλάσκας κι ουδείς σήμερα αμφισβητεί σοβαρά την αξία της λογοτεχνίας για την αισθητική και γλωσσική καλλιέργεια του ατόμου. Γι’ αυτό το πώς διδάσκουμε λογοτεχνία και γλώσσα -για να συνδεθούμε και με επόμενη εισήγηση –είναι βαρύτατη ευθύνη και δύσκολο καθήκον.
Ποιοι είναι όμως σήμερα οι κίνδυνοι της λογοτεχνίας;
Ποια ή διαμορφωμένη κατάσταση;
Κεντρικό σημείο αναφοράς μας τρεις έννοιες: πολυπολιτισμικότητα, παγκοσμιοποίηση, εθνική κουλτούρα.
Είναι αλήθεια πως συνηθίσαμε να θεωρούμε πως από τη στιγμή που ένας λαός έρχεται σε επαφή με έναν άλλο κι ανταλλάσσουν ιδέες, ο ένας μαθαίνει για τα στοιχεία του άλλου, καιροφυλακτεί ο κίνδυνος να τροποποιήσει τα δικά του, υιοθετώντας ανεξέλεγκτα τα διαφορετικά . Ζούμε στη Ρόδο και έχουμε όλοι υποστεί τις συνέπειες της ξενομανίας. Για πολλά χρόνια τις βλέπαμε δίπλα μας αισθητά. Σε πολλές περιπτώσεις εξακολουθούμε να τις βλέπουμε και σήμερα.
Αυτό είναι αλήθεια , αλλά όχι με τη σχέση αιτίου –αιτιατού. Μπορεί να συμβεί. Αλλά δεν είναι σίγουρο. Μπορεί να σημαίνει εξουδετέρωση, – και θα περιγράψω στη συνέχεια στο χώρο της λογοτεχνίας τι σημαίνει αυτό- , αλλά μπορεί να σημαίνει και δημιουργική αφομοίωση. Γιατί δεν είναι καθοριστικός παράγοντας η επικοινωνία, η επαφή, ή ακόμα κι ο συγχρωτισμός των λαών μεταξύ τους. Αυτή έτσι κι αλλιώς είναι η πραγματικότητα του 21ου αι. Δεν μπορεί ,ούτε και πρόκειται να αλλάξει. Τα σύνορα για τους λαούς –έστω κι αν το αγνοούν οι κυβερνήσεις, έχουν πέσει. Υπ’ αυτό το πρίσμα , την ιστορία πλέον την κινούν οι πολίτες.
Συμβιώνουμε πλέον με Ιρανούς, Ιρακινούς, Αφγανούς, Βούλγαρους, Μολδαβούς, Ρώσους , Αλβανούς, όμοια όπως πριν από κάποια χρόνια με Πολωνούς, Βιετναμέζους και τόσους άλλους. Δεν είναι άρα λύση να τους αγνοούμε. Ούτε βέβαια να τους δεχτούμε άκριτα, στο σύνολό τους. Αλλά δεν είναι – για παράδειγμα – όλοι οι Αλβανοί το ίδιο. Δεν ισοπεδώνονται όλοι κάτω από το ίδιο σχήμα. Κάθε λαός έχει το δικό του πολιτισμό. Το σημαντικό είναι να τον μάθουμε και να τον σεβαστούμε και μεις. Κι ίσως σε πολλές περιπτώσεις και να τους εντάξουμε.
Αυτό δεν σημαίνει ότι χάνονται τα στοιχεία του ενός λαού στην παρουσία του άλλου. Ούτε καν απειλούνται. Αντίθετα, είναι ευκαιρία μέσω της αλληλοεπικοινωνίας και της ανταλλαγής να ενδυναμώνονται, να αναδεικνύονται, να εμπλουτίζονται. Συσφίγγουν οι λαοί τις σχέσεις τους αλληλοεπηρεαζόμενοι. Τροποποιούνται και οι κουλτούρες. Ο κόσμος προχωράει. Το οικοδόμημα φουσκώνει, που θα έλεγε κι ο Παπανούτσος, εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία, γιγαντώνεται, εμφανίζεται υγιές, δεν συρρικνώνεται και φθίνει. Αλλά με τη βασική προϋπόθεση τα στοιχεία που υιοθετούνται και αφομοιώνονται, να είναι ταιριαστά στην υπάρχουσα κουλτούρα. Με σεβασμό στη δική του ο κάθε λαός θα γνωρίσει τη κουλτούρα του άλλου. Με προϋπάρχουσα την εκτίμηση για τη δική του. Άρα καθοριστικός παράγοντας είναι η παιδεία των λαών.
Παιδεία που οδηγεί στη γνώση και το σεβασμό και στερεώνει ένα υπόβαθρο ανθρωπιστικών και πολιτιστικών αξιών με κέντρο τον άνθρωπο, το φυσικό και το ιστορικό του περιβάλλον. Κι από κεί και πέρα, κανείς δεν καταστρέφει αυτό που ξέρει κι έχει μάθει να σέβεται. Με στόχο μια καλύτερη κοινωνία. Κι είναι θέμα χειρισμού και επιλογών το «αν θα προσανατολίσουμε το μέλλον του πολιτισμού μας προς αυτήν ή προς τη βαρβαρότητα» κατά πως ισχυρίζονται κι οι σύγχρονοι φιλόσοφοι.
Μίλησα ως τώρα κυρίως για την πολυπολιτισμικότητα σε σχέση με την εθνική κουλτούρα. Μια τρίτη έννοια είναι η παγκοσμιοποίηση. Κι αυτή μαζί με άλλους πλήττει και το χώρο του αμέσου ενδιαφέροντός μου, το χώρο της λογοτεχνίας, δεδομένου ότι στη νέα πραγματικότητα ο λογοτέχνης καλείται εκ νέου να οριοθετήσει τη θέση του. Τι θέλει να πει, σε τι να συμβάλλει η λογοτεχνία, τι να προασπίσει, τι να σημάνει… Για ποιο λόγο εντρυφούμε σε αυτήν… ποιος εντέλει είναι ο στόχος αυτού που εγώ τουλάχιστον θα ονόμαζα «πολιτισμό της λογοτεχνικής γραφής».
Ο λογοτέχνης –λέει ο κ. Φίλιας – διαφέρει από το φιλόλογο γιατί ο τελευταίος ασχολείται με τη λέξη, ενώ ο πρώτος με τα πράγματα, με την έννοια των γεγονότων, με την έννοια των «όντως όντων». Όχημά του όμως βεβαίως είναι η λέξη, ο λόγος, εν κατακλείδι η γλώσσα. Και η κύρια πολιτιστική μάχη γίνεται σήμερα γύρω από τη γλώσσα. Κι εννοεί μεθοδευμένα, με στόχο….
Με τον όρο «Παγκοσμιοποίηση» γενικά οριοθετούμε τη μετάβαση από το εθνικό στο παγκόσμιο επίπεδο νοοτροπιών, συμπεριφορών, ταυτίζοντάς τη με την ισοπέδωση, την εξομοίωση του τρόπου σκέψης, δράσης και αντίδρασης των λαών σε όλον τον κόσμο. Απλουστευμένα και σχηματικά: η σκέψη περνά από το διαδίκτυο, όλοι οι λαοί είναι ένα, σκέφτονται , λειτουργούν και αντιδρούν το ίδιο. Αυτό εννοούσα με την “εξουδετέρωση “ για να σας θυμίσω αυτά που λίγο πριν είπα.
Σε αυτό το πλέγμα ο λογοτέχνης καλείται να γράψει οτιδήποτε μπορεί να ενδιαφέρει ένα παγκόσμιο κοινό. Τα θέματα κοινά, οι αναφορές κοινές, στόχος ο μέσος αναγνώστης, που όχι μόνο αντιλαμβάνεται τα «κοινά» αλλά αποτελεί κι ένα πολυπληθές αναγνωστικό μερίδιο ιδιαίτερα προκλητικό για τον οποιονδήποτε εκδότη. Κάτι δηλαδή, σαν ελάχιστον κοινός πολλαπλάσιος, να μου επιτρέψετε το συνειρμό από τα μαθηματικά, έτσι κι αλλιώς για υπολογιστική λογική γίνεται λόγος τώρα.
Και βέβαια σε μια γλώσσα περίπου κοινή, ευκολομετάφραστη, προσαρμοσμένη στις απαιτήσεις ενός παγκόσμιου λεξικού, που κράτα κι εκείνο το μέσο όρο κι απαιτεί να το σέβονται. Στόχος η κοινοτυπία και επικίνδυνο σημείο η ακρότητα, η γλωσσική ιδιοτυπία, οι νεολογισμοί, η ανάγκη της λεπτομερούς περιγραφής κι οι αποδεκτές -σε άλλες περιπτώσεις- λεκτικές ακροβασίες. Όμως όλα αυτά είναι που καταδεικνύουν μια γλώσσα που επεξεργάζεται συνεχώς, που στο εργαστήρι του δημιουργού σμιλεύεται και -ανάλογα με την τέχνη του καλλιτέχνη- μεγαλουργεί ή φθίνει. Όλα είναι μέσα στο παιχνίδι, κι όλα είναι επιτρεπτά στο γνήσιο λογοτέχνη, αφού εκεί τίποτα δεν θεωρείται ορισμένο και όλα βρίσκονται υπό συνεχή διερεύνηση, γεώργηση και κατάκτηση , που λέει και ο Παντελής ο Μπουκάλας. “ Η γλώσσα δεν είναι τόπος γέννησης, είναι τόπος ανακατάκτησης αυτού που δεν πρέπει ποτέ να θεωρείται δεδομένο…»
“Αυτή ακριβώς η ποιητική επεξεργασία απουσιάζει σε πεζογραφήματα – συνεχίζει ο Μπουκάλας- που είναι μεν γραμμένα στην Ελληνική ή όποια άλλη γλώσσα, όμως στη βαθιά τους δομή έχουν συνταχθεί κατά το πρότυπο μια απλουστευμένης, επίπεδης και άμουσης εσπεράντο, χαμηλότερης και της τηλεοπτικής κοινής… Μια γλώσσα γυάλινη, άτερπνη, ακίνδυνη, μονοεπίπεδη…»
Αυτό –πρέπει να παραδεχτούμε- ότι συμβαίνει όταν ο συγγραφέας έχει εκ προοιμίου αποφασίσει ότι η δουλειά του εξαντλείται στην υπόθεση.
Είναι φανερό όμως ότι κανένας λογοτέχνης που σέβεται τον εαυτό του δεν υποκύπτει -ανενδοίαστα τουλάχιστον- σε μια τέτοια λογική, ακολουθώντας συγκεκριμένες συνταγές επιτυχίας που του υποδεικνύουν, μάλιστα, οι εκδότες του. Όχι γιατί δεν τον ενδιαφέρουν οι πωλήσεις, ή γιατί δεν νοιάζεται για την αναγνωσιμότητα των βιβλίων του. Ό, τι γράφεται και κυρίως ό, τι εκδίδεται γίνεται για να διαβαστεί. Την ορμή της ανακοίνωσης υπηρετεί ο λογοτέχνης, την ανάγκη για επικοινωνία ζητά να πληρώσει. Μα όχι χωρίς αρχές και σε λάθος κατεύθυνση. Όχι με στόχο μόνο το μέσο αναγνώστη. Ακόμα κι εκείνος που δύσκολα το παραδέχεται, τον υποψιασμένο –θέλω να πιστεύω- καρτερεί, στην κοινωνία αναγνωστών επιθυμεί να εισέλθει, στον απαιτητικό αναγνώστη αποβλέπει. Αυτόν που μέσα στη μάζα θα αναζητήσει το διαφορετικό, θα επιχειρήσει να ανακαλύψει νέα πράγματα, να δει πώς προσλαμβάνουν τα ίδια προβλήματα άλλοι άνθρωποι αλλού, αν ακόμα, τα θεωρούν προβλήματα, ή είναι κάπως αλλιώς κατανεμημένα στο δικό τους τρόπο σκέψης.
Γιατί αυτές οι διαφορές σε ολόκληρο τον κόσμο έστω και στην εποχή της παγκοσμιοποίησης και σε περιβάλλον πολυπολιτισμικότητας και υφίστανται και ανθίστανται. Η ομογενοποίηση των λαών περνά από άλλους δρόμους, αδιάβατα στενοσόκακα για τους υπερπολιτισμένους, τους δικτυωμένους, δεν μου φαίνεται πως όλοι εμείς που έχουμε διαφορετική εντύπωση κινδυνεύουμε να τα διαβούνε εκείνοι…
Η θετική πλευρά όμως της παγκοσμιοποίησης, γιατί υπάρχει τέτοια, είναι η ευκαιρία να νιώσουν οι λαοί πως τα προβλήματά τους είναι κοινά και πως δεν τους εμποδίζουν πια τα σύνορα για να τα διαδηλώνουν από κοινού, αντίθετα τους επιτρέπουν να ενώνουν τα χέρια για να φωνάζουν ενάντια. Αλλά αυτό δεν ανήκει στο οπτικό πεδίο των υπερασπιστών της παγκοσμιοποίησης συλλήβδην, όλων εκείνων, δηλαδή, που δεν μπορούν να τη δουν διττά: από τη μια, ως συνειδητοποίηση του ότι ανήκουμε σε ένα ευρύτερο σύνολο, αλλά από την άλλη, ως διατήρηση των στοιχείων της εθνικής ταυτότητας. Δεν τους ενδιαφέρει. Θα αφήσουνε ήσυχους λοιπόν τους εντελώς ιδιαίτερους λαούς και θα «μας αφήσουνε» ήσυχους.
Υπ’ αυτό το πρίσμα, η παγκοσμιοποίηση είναι ένας μύθος. Περιγράφεται ως γεγονός, αλλά δεν συντελείται στα εσωτερικά της χαρακτηριστικά. Τι σημασία έχει ένα γεμάτο πορτοφόλι στα βάθη στης Ανατολής για τη γυναίκα με τη μπούργκα, τι νόημα προσλαμβάνουν οι οργιαστικές τελετές υπερκορεσμένων καταναλωτικών ανθρώπων που αναζητούν απεγνωσμένα νέες μορφές ηδονικής απόλαυσης; «Αφορά όμως- θα πουν ίσως κάποιοι κι από το χώρο της λογοτεχνίας- το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Κάτι υπηρετούν και κάτι έχουν δώσει κι αυτοί που ασκούνται έστω και μόνο στο ερωτικό Άρλεκιν του περιπτέρου. Πολλοί άλλωστε τη γνωριμία τους με το εξωσχολικό βιβλίο ίσως μέσα από κει να την πρωτοέκαναν. Από την άλλη, δεν περιμένουμε να μας διαβάσει ο λαός του Αφγανιστάν, του Πακιστάν ή της Ινδίας…»
Σωστά. Εμείς όμως περιμένουμε να μάθουμε για τον τρόπο που σκέφτεται ο λαός του Αφγανιστάν, του Πακιστάν, ή της Ινδίας. Γιατί αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε μέλη «ενός οικουμενικού χωριού» διατηρώντας όμως ταυτόχρονα τις ιδιαιτερότητες, τις πολιτιστικές και πολιτισμικές μας καταβολές, τις αρχές και τις αξίες μας. Έτσι αντιπαραβάλλεται η έννοια της παγκοσμιοποίησης με εκείνη της παγκοσμιότητας :
Globalisation # Globality
Αυτή λοιπόν είναι η προσφορά της λογοτεχνίας. Στόχο και αξία έχει να γνωρίσει αυτές τις ιδιαιτερότητες του κάθε λαού στον άλλο. Να αναδείξει την πολιτισμική σύγκρουση. Να κάνει πράξη την ώσμωση, την ενδοεπικοινωνία, την αλληλεπίδραση των λαών ιδιαίτερα στη νέα πραγματικότητα.
Είναι ψευδοπρόβλημα και μύθος πως «εμμένοντας πεισματικά –για να γυρίσουμε στα δικά μας- Ελληνόπρεπα και εθνικά» απεμπολείς την αναγνωσιμότητα, περιθωριοποιείσαι, απομονώνεσαι. Δεν εννοώ βεβαίως τη στατική περιγραφή του εθνικού χαρακτήρα, ή όπως έλεγε ο Πλασκοβίτης, «τη συνεχή έξαρση του ελληνικού χώρου, του ρωμαίικου χαρακτήρα, του ελληνικού πάθους». Μιλώ για την ενεργό παρακολούθηση και αποτύπωση του ελληνικού φαινομένου, γεγονός άλλωστε που μπορεί να αυξήσει και τη σημασία της ελληνικής πεζογραφίας στον Ευρωπαικό χώρο. Γιατί είναι γνωστό πως το αναγνωστικό κοινό δεν είναι συμπαγές σύνολο και δεν πρέπει ο λογοτέχνης να πέφτει στην παγίδα να το αντιμετωπίζει ως τέτοιο, φυτεύοντας ίδια λουλούδια που συχνά μάλιστα δεν ξέρει και πώς σπέρνονται…Η ζωντανή πεζογραφία είναι η λογοτεχνία των ιδεών , της κριτικής έρευνας, της διαμαρτυρίας, του ελέγχου, του προβληματισμού…Είναι αποτύπωση της εποχής και των αντίρροπων δυνάμεων που κάθε φορά την εκφράζουν και μάλιστα σε ένα συγκεκριμένο τόπο που δρά και παρατηρεί ο λογοτέχνης και ανάλογα με τη θέση που έχει στην κοινωνία. «Η γνήσια τέχνη -έλεγε ο Αργυρίου- . προϋποθέτει έντιμη σχέση με το αντικείμενό της…Πώς να περιγράψει ένας συγγραφέας τους μηχανισμούς μιας κοινωνίας και τους φορείς της όταν ζει έξω από αυτούς;» .
Ο Τσίρκας αρνήθηκε να γράψει 4ο τόμο στην Τριλογία του, γιατί –γράφει- «σκόνταφτα σε ένα μεγάλο εμπόδιο, ανυπέρβλητο. Δεν είχα βιώματα από την Ελλάδα στα χρόνια του εμφυλίου. Να τα επινοήσω από διηγήσεις, από διαβάσματα; μέσα μου κάτι αντιστεκόταν: θα ήταν σαν να έκανα μια πλαστογραφία, μια αξιόποινο πράξη» . Δεν ξέρω αν συμφωνώ σε αυτό το σημείο με τον Τσίρκα. Ίσως βρίσκω τη θέση υπερβολική. Αλλά σίγουρα δεν θεωρώ ρεαλισμό την ταύτιση με την κρατούσα άποψη, την αποδοχή της εύκολης λύσης…
Ας μην ξεχνάμε ότι δεν διαβάζουμε Pablo Neruda ή Lorca επειδή ήτανε παγκοσμιοποιημένοι. Συχνά δεν αναγνωρίζουμε ούτε τις βασικές στο χώρο και στα ονόματα διαδρομές του Markes, αλλά εντρυφούμε με μανία στις σελίδες του επιχειρώντας να τα αποκωδικοποιήσουμε, μαζί με τους τρόπους σκέψης και τις στάσεις ζωής των συμπατριωτών του, εμπλεκόμενοι με ονόματα αξεπέραστων γλωσσοδετών που αναδύουν μυρωδιές καυτού καλοκαιριού , άγνωστης αύρας. Αυτό μας έλκει, εκεί ζητούμε να ταξιδέψουμε. Από την άποψη αυτή ο λογοτέχνης είναι ο πιο αξιόπιστος πρέσβης της χώρας του στις α-συνοριακές ερήμους της νέας εποχής. Να βγει εκεί –ιδιαίτερα και πολύ περισσότερο τώρα- με τη δική του αλήθεια, να μιλήσει για τα δικά του βιωμένα πράγματα, να αρνηθεί την υιοθέτηση της ισοπεδωτικής μαζικής κουλτούρας. Να στοχεύσει στην ψυχή του άλλου και να στήσει στη συνέχεια αυτί να ακούσει κι εκείνου το τραγούδι.
Κι όλα αυτά βεβαίως να τα κάνει με τη γλώσσα του. Γιατί, πατρίδα του λογοτέχνη είναι η γλώσσα του και δεν εννούμε ασφαλώς τη λεξιμαγεία που φτάνει στα όρια της λεξιπορνείας, αλλά τη γνήσια λογοτεχνία , η οποία δεν έχει στόχο να παίξει με τις λέξεις, αλλά τις χρησιμοποιεί για να εκφράσει αγωνιακές καταστάσεις των ανθρώπων, οι οποίες φυσικά εκκινούν από βιωματικές εμπειρίες αλλά δεν μένουν σε αυτές, απλώνονται και ακουμπούν τις γενικότερες αγωνίες των ανθρώπων κάθε εποχής.
Mε αυτή την προοπτική η λογοτεχνία έχει και θέση και πολύ χώρο ακόμα να αναδειχτεί. Η νέα τάξη πραγμάτων δεν είναι οπωσδήποτε μια καταστροφική προοπτική. Μπορούμε να λειτουργήσουμε με κίνητρο την «επιθυμία για περιπλάνηση». Να αναζητήσουμε κοινές επιλογές επιδιώκοντας να δημιουργήσουμε σταθερούς και ισχυρούς δεσμούς με τους ανθρώπους. Στα πλαίσια βέβαια της νέας πραγματικότητας. Ενός κόσμου που δεν καθορίζεται τόσο από γεωγραφικά όρια, ενός ανθρώπου που λειτουργεί πολυδιάστατα, που αλληλοκαθορίζεται κι αλληλοεξαρτιέται από τον άλλο άνθρωπο , στον ευρύ χώρο ενός «διαπλανητικού πολιτισμού» που υπακούει στη λογική της σύζευξης, της μείξης, χωρίς όμως απαραίτητα αυτό να σημαίνει απορρόφηση της μιας κουλτούρας από την άλλη. Χωρίς να σημαίνει εκφυλισμό σε ισοπεδωτικό ολοκληρωτισμό , αλλά συμπλήρωση, συνεισφορά, γνωριμία.

Σας ευχαριστώ

ΔΙΑΛΕΞΗ ΓΙΑ ΤΗ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΑ ΣΤΗ ΣΥΓΧΡΟΝΗ ΕΠΟΧΉ: ΣΕ ΠΕΡΙΒΑΛΛΟΝ ΠΑΓΚΟΣΜΙΟΠΟΙΗΣΗς ΚΑΙ ΠΟΛΥΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΟΤΗΤΑς

ΚΆΡΠΑΘΟς, 22 /10/2005

ΜΑΛΙΣΤΑ!! ΤΙ ΝΑ ΠΩ ΜΕΤΑ ΑΠΟ ΟΣΑ ΕΙΠΕ Ο Κ. ΜΑΚΡΗς; ΠΟΛΥ ΦΟΒΑΜΑΙ ΜΗΝ Σας ΑΠΟΓΟΗΤΕΥΣΩ. ΤΕΛΟΣ ΠΑΝΤΩΝ
ΚΑΛΗΣΠΕΡΑ Σας
ΚΑΙ ΕΥΧΑΡΙΣΤΩ
[[[ΚΥΡΊΕς ΚΑΙ ΚΎΡΙΟΙ, πριν από όλα σας ευχαριστώ]]]]] που με καλέσατε. Και προτάσσω αυτό το ευχαριστώ γιατί μια τέτοια πρόσκληση για έναν άνθρωπο που δραστηριοποιείται –με τις όποιες δυνάμεις του- με όσες δυνατότητες προσφοράς ο καθένας έχει- στο χώρο που συνήθως ονομάζουμε πνευματικό, πολιτιστικό, με δράση στη λογοτεχνία και όχι μόνο , μια τέτοια πρόσκληση λοιπόν , είναι πάντα πρόκληση.
Να έρθω στην Κάρπαθο και να μιλήσω για λογοτεχνία στη σύγχρονη εποχή. Σε μια εποχή πολιτισμικής σύγκρουσης, ανταλλαγής και συνεχούς επαφής, ανθρώπων που προέρχονται από διαφορετικά πολιτισμικά περιβάλλοντα, με άλλες εμπειρίες, με άλλα προβλήματα, με διαφορετικές συνήθειες, νοοτροπίες, αλλά με έναν κοινό στόχο: να ζήσουν ήρεμα, ειρηνικά, αρμονικά, με ανέσεις στο μέτρο του ανθρώπινου, με αυτό που όλοι λέμε ποιότητα ζωής.
Κι εκεί νομίζω πως είναι η ουσία. Αν έχει κάποιο λόγο η ύπαρξη και η παρουσία μας σε αυτόν τον κόσμο είναι να μπορεί ο ένας να στέκεται πλάι στον άλλον, να τον βοηθά, να συμπορεύεται μαζί του. Γι’ αυτό, απόψε θα ήθελα να προβληματιστούμε από κοινού για την πραγματικότητα που κι η χώρα μας βιώνει τα τελευταία χρόνια, μια πραγματικότητα ουσιαστικής κατάρριψης των συνόρων από λαούς που μετακινούνται , που αλλάζουν τη ζωή τους, που επιλέγουν το άγνωστο, φοβισμένοι και τρομαγμένοι πρώτα οι ίδιοι από το οικείο περιβάλλον τους, προκαλώντας σε κάποιες περιπτώσεις –στη συνέχεια- και εκείνοι, τον τρόμο των άλλων.
Κεντρικό σημείο αναφοράς μας τρεις έννοιες: πολυπολιτισμικότητα, παγκοσμιοποίηση, εθνική κουλτούρα.
Είναι αλήθεια πως συνηθίσαμε να θεωρούμε πως από τη στιγμή που ένας λαός έρχεται σε επαφή με έναν άλλο κι ανταλλάσσουν ιδέες, ο ένας μαθαίνει για τα στοιχεία του άλλου, καιροφυλακτεί ο κίνδυνος να τροποποιήσει τα δικά του, υιοθετώντας ανεξέλεγκτα τα διαφορετικά. Ζώ στη Ρόδο, ζειτε στην Κάρπαθο, όλοι έχουμε υποστεί τις συνέπειες της ξενομανίας. Για πολλά χρόνια τις βλέπαμε δίπλα μας αισθητά. Σε πολλές περιπτώσεις εξακολουθούμε να τις βλέπουμε και σήμερα.
Αυτό είναι αλήθεια , αλλά όχι με τη σχέση αιτίου –αιτιατού. Μπορεί να συμβεί. Αλλά δεν είναι σίγουρο. Μπορεί να σημαίνει εξουδετέρωση, – και θα περιγράψω στη συνέχεια στο χώρο της λογοτεχνίας τι σημαίνει αυτό- , αλλά μπορεί να σημαίνει και δημιουργική αφομοίωση. Γιατί δεν είναι καθοριστικός παράγοντας η επικοινωνία, η επαφή, ή ακόμα κι ο συγχρωτισμός των λαών μεταξύ τους. Αυτή έτσι κι αλλιώς είναι η πραγματικότητα του 21ου αι. . Δεν μπορεί ,ούτε και πρόκειται να αλλάξει. Τα σύνορα για τους λαούς –έστω κι αν το αγνοούν οι κυβερνήσεις, έχουν πέσει. Υπ’ αυτό το πρίσμα , την ιστορία πλέον την κινούν οι πολίτες.
Συμβιώνουμε πλέον με Ιρανούς, Ιρακινούς, Αφγανούς, Βούλγαρους, Μολδαβούς, Ρώσους , Αλβανούς, όμοια όπως πριν από κάποια χρόνια με Πολωνούς, Βιετναμέζους και τόσους άλλους. Δεν είναι άρα λύση να τους αγνοούμε. Ούτε βέβαια να τους δεχτούμε άκριτα, στο σύνολό τους. Αλλά δεν είναι – για παράδειγμα – όλοι οι Αλβανοί το ίδιο. Με αφορμή το βιβλίο μου , κάνοντας μια μικρή έρευνα γι’αυτό το λαό, κατέληξα στο συμπέρασμα ότι ίσως είναι ο μοναδικός λαός-ή σίγουρα ένας από τους λίγους- που δεν έμαθαν να ξεχωρίζουν το καλό και το κακό, το δίκιο και το άδικο. Δεν είχαν το Θεό να πιστέψουν, να τους βοηθήσει να οριοθετήσουν αξίες, να καλλιεργήσουν ηθικη. Ο Χότζα ήταν ο Θεός τους, σε αυτόν πίστευαν, μόλις αυτός κατέρρευσε τα παρέσυρε όλα. Αστυνομοκρατικό κράτος, πρόσεχαν μόνο να μην τους δει ο χωροφύλακας. Σε διαφορετική περίπτωση μπορούσαν να κάνουν τα πάντα. Γι’ αυτό είδαμε εγκλήματα για εκατό δραχμές. Άμα δεν έχεις συνείδηση να σε σταματήσει, οι εκατό δραχμές και τα δέκα εκατομμύρια είναι το ίδιο ποσό, εφόσον εκείνη τη στιγμή είναι εκείνα που έχεις ανάγκη, και το μόνο που ασπάζεσαι είναι το «ο σκοπός αγιάζει τα μέσα». Τη θέση μου επιβεβαίωσε και ο κοινωνιολόγος κ. Βασίλης Φίλιας. Αυτό όμως δεν σημαίνει ότι ισοπεδώνονται όλοι κάτω από το ίδιο σχήμα και πολύ περισσότερο ότι κι αυτός ο λαός δεν έχει πολιτισμό. Το σημαντικό είναι να τον μάθουμε και να τον σεβαστούμε και μεις.
Με στόχο να τους εντάξουμε. Μας συμφέρει ως έθνος να το κάνουμε αυτό. Ακόμα και ως κράτος. Σας θυμίζω τη ρήση του Τζόρτζ Κάννιγκ που ως Υπουργός Εξωτερικών της Μεγάλης Βρετανίας είχε το 1820 τονίσει ότι οι Άγγλοι υπήρξαν για τρεις γενιές φιλότουρκοι ακριβώς γιατί ήταν Αγγλόφιλοι. Η έννοια της πατρίδας τον 21ο αι. επιβάλλει να κάνουμε τέτοια ανοίγματα.
Αυτό όμως δεν σημαίνει πως πρέπει να χάνονται τα στοιχεία του ενός λαού στην παρουσία του άλλου. Ούτε καν να απειλούνται. Αντίθετα είναι ευκαιρία να ενδυναμώνονται, να αναδεικνύονται, να εμπλουτίζονται. Συσφίγγουν οι λαοί τις σχέσεις τους αλληλοεπηρεαζόμενοι. Τροποποιούνται και οι κουλτούρες. Ο κόσμος προχωράει. Το οικοδόμημα φουσκώνει, που θα έλεγε κι ο Παπανούτσος, εμπλουτίζεται με νέα στοιχεία, γιγαντώνεται, εμφανίζεται υγιές, δεν συρρικνώνεται και φθίνει. Αλλά με τη βασική προϋπόθεση τα στοιχεία που υιοθετούνται και αφομοιώνονται, να είναι ταιριαστά στην υπάρχουσα κουλτούρα. Με σεβασμό στη δική του ο κάθε λαός θα γνωρίσει τη κουλτούρα του άλλου. Με προϋπάρχουσα την εκτίμηση για τη δική του. Άρα καθοριστικός παράγοντας είναι η παιδεία των λαών. Παιδεία που οδηγεί στη γνώση και το σεβασμό και στερεώνει ένα υπόβαθρο ανθρωπιστικών και πολιτιστικών αξιών με κέντρο τον άνθρωπο, το φυσικό και το ιστορικό του περιβάλλον. Κι από κεί και πέρα, κανείς δεν καταστρέφει αυτό που ξέρει κι έχει μάθει να σέβεται. Με στόχο μια καλύτερη κοινωνία. Κι είναι θέμα χειρισμού και επιλογών το «αν θα προσανατολίσουμε το μέλλον του πολιτισμού μας προς αυτήν ή προς τη βαρβαρότητα» κατά πως ισχυρίζονται και οι σύγχρονοι φιλόσοφοι.
Θα μου επιτρέψετε τώρα να στραφώ στο χώρο του αμέσου ενδιαφέροντός μου, το χώρο της λογοτεχνίας, και να οριοθετήσω τη θέση της σήμερα στον κόσμο. Τι θέλει να πει, σε τι να συμβάλλει, τι να προασπίσει, τι να σημάνει… Για ποιο λόγο εντρυφούμε σε αυτήν… ποιος εντέλει είναι ο στόχος αυτού που εγώ τουλάχιστον θα ονόμαζα «πολιτισμό της λογοτεχνικής γραφής».
Σε αυτό το επίπεδο συναντούμε την «Παγκοσμιοποίηση». Με αυτόν τον όρο συνηθίσαμε να οριοθετούμε τη μετάβαση από το εθνικό στο παγκόσμιο επίπεδο νοοτροπιών, συμπεριφορών, ταυτίζοντάς τη με την ισοπέδωση, την εξομοίωση του τρόπου σκέψης, δράσης και αντίδρασης των λαών σε όλον τον κόσμο. Απλουστευμένα και σχηματικά: η σκέψη περνά από το διαδίκτυο, όλοι οι λαοί είναι ένα, σκέφτονται , λειτουργούν και αντιδρούν το ίδιο.
Σε αυτό το πλέγμα ο λογοτέχνης καλείται να γράψει οτιδήποτε μπορεί να ενδιαφέρει ένα παγκόσμιο κοινό. Τα θέματα κοινά, οι αναφορές κοινές, στόχος ο μέσος αναγνώστης, που όχι μόνο αντιλαμβάνεται τα «κοινά» αλλά αποτελεί κι ένα πολυπληθές αναγνωστικό μερίδιο, ιδιαίτερα προκλητικό για τον οποιονδήποτε εκδότη. Κάτι δηλαδή, σαν ελάχιστον κοινός πολλαπλάσιος, να μου επιτρέψετε το συνειρμό από τα μαθηματικά, έτσι κι αλλιώς για υπολογιστική λογική γίνεται λόγος τώρα.
Είναι φανερό ότι κανένας λογοτέχνης που σέβεται στον εαυτό του δεν υποκύπτει -ανενδοίαστα τουλάχιστον- σε μια τέτοια λογική, ακολουθώντας συγκεκριμένες συνταγές επιτυχίας που του υποδεικνύουν, μάλιστα, οι εκδότες του. Όχι γιατί δεν τον ενδιαφέρουν οι πωλήσεις, ή γιατί δεν νοιάζεται για την αναγνωσιμότητα των βιβλίων του. Ό,τι γράφεται και κυρίως ό, τι εκδίδεται, γίνεται για να διαβαστεί. Την ορμή της ανακοίνωσης υπηρετούμε όλοι, την ανάγκη για επικοινωνία ζητάμε να πληρώσουμε. Μα όχι χωρίς αρχές και σε λάθος κατεύθυνση. Όχι με στόχο μόνο το μέσο αναγνώστη. Ακόμα κι αν δεν το παραδεχόμαστε, όλοι τον υποψιασμένο καρτερούμε – κι αν είναι λίγοι- στο χέρι μας είναι να τους κάνουμε πολλούς κι εγώ από τις παρατηρήσεις μου , νομίζω ότι έχει αυξηθεί σημαντικά το ποσοστό των απαιτητικών αναγνωστών: δεν είναι δηλαδή, σήμερα, πρώτα σε πωλήσεις μόνο μέτρια βιβλία που βεβαίως θέλω να πιστεύω πως διαβάζονται και δεν αγοράζονται μόνο για να καλύψουν κενα στις βιβλιοθήκες και μάλιστα στην ίδια απόχρωση με τα υπόλοιπα αντικείμενα του σαλονιού, όπως είχα παρατηρήσει οτι γινότανε στη νεότητα μου. Ελπίζω να προχωρήσαμε να μην έχουμε μείνει ακόμα εκεί, μα αυτή η αλλαγή άλλωστε, είναι και το χρέος όλων όσων δραστηριοποιούμαστε σε αυτόν τον χώρο.
Στον απαιτητικό λοιπόν αναγνώστη αποβλέπει ο συγγραφέας. Αυτόν που μέσα στη μάζα θα αναζητήσει το διαφορετικό, θα επιχειρήσει να ανακαλύψει νέα πράγματα, να δει πώς προσλαμβάνουν τα ίδια προβλήματα άλλοι άνθρωποι αλλού, αν ακόμα, τα θεωρούν προβλήματα, ή είναι κάπως αλλιώς κατανεμημένα στο δικό τους τρόπο σκέψης.
Γιατί αυτές οι διαφορές και υφίστανται και ανθίστανται. Δεν ήρθε ακόμα η ώρα να ομογενοποιηθούν οι λαοί. Κι ας έχουν κοινά προβλήματα. Η θετική μάλιστα πλευρά της παγκοσμιοποίησης, είναι η ευκαιρία να τα διαδηλώσουν από κοινού, να ενώσουν τα χέρια για να φωνάξουν από κοινού. Έτσι δηλαδή, βλέπουμε την παγκοσμιοποίηση. Από τη μια, ως συνειδητοποίηση του ότι ανήκουμε σε ένα ευρύτερο σύνολο, και από την άλλη, ως διατήρηση των στοιχείων της εθνικής μας ταυτότητας
Υπ’ αυτό το πρίσμα, η παγκοσμιοποίηση είναι ένας μύθος. Περιγράφεται ως γεγονός, αλλά δεν συντελείται στα εσωτερικά της χαρακτηριστικά. Τι σημασία έχει ένα γεμάτο πορτοφόλι στα βάθη στης Ανατολής για τη γυναίκα με τη μπούργκα, τι νόημα προσλαμβάνουν οι οργιαστικές τελετές υπερκορεσμένων καταναλωτικών ανθρώπων που αναζητούν απεγνωσμένα νέες μορφές ηδονικής απόλαυσης, για τους δυστυχισμένους που βιώνουν αυτές τις μέρες τις συνέπειες του καταστροφικού σεισμού στο Πακιστάν και περπατάνε χιλιόμετρα για να ικετέψουν τη βοήθεια που επί 10 μέρες δεν κατάφερε να πάει ; «Αφορά όμως- θα πουν ίσως κάποιοι κι από το χώρο της λογοτεχνίας- το μεγαλύτερο μέρος του πλανήτη. Κάτι υπηρετούν και κάτι έχουν δώσει κι αυτοί που ασκούνται έστω και μόνο στο ερωτικό Άρλεκιν του περιπτέρου. Πολλοί άλλωστε τη γνωριμία τους με το εξωσχολικό βιβλίο ίσως μέσα από κει να την πρωτοέκαναν. Από την άλλη, δεν περιμένουμε να μας διαβάσει ο λαός του Αφγανιστάν, του Πακιστάν ή της Ινδίας…»
Σωστά. Αλλά εμείς περιμένουμε να μάθουμε για τον τρόπο που σκέφτεται ο λαός του Αφγανιστάν, του Πακιστάν, ή της Ινδίας. Αντιλαμβανόμαστε ότι είμαστε μέλη «ενός οικουμενικού χωριού» διατηρώντας όμως ταυτόχρονα τις ιδιαιτερότητες, τις πολιτιστικές και πολιτισμικές μας καταβολές, τις αρχές και τις αξίες μας και θέλουμε όλοι να ξέρουμε περισσότερα για όλους. Εκεί είναι και η συμβολή της λογοτεχνίας: να αναδείξει τα στοιχεία της διαφορετικότητας, αυτό που λέμε πολιτισμική σύγκρουση. Και στη συνέχεια, να κάνει πράξη την ενδοεπικοινωνία, την αλληλεπίδραση των λαών ιδιαίτερα στη νέα πραγματικότητα.
Είναι ψευδοπρόβλημα και μύθος πως «εμμένοντας πεισματικά –για να γυρίσουμε στα δικά μας- Ελληνόπρεπα και εθνικά» απεμπολείς την αναγνωσιμότητα, περιθωριοποιείσαι, απομονώνεσαι. Η ζωντανή πεζογραφία είναι η λογοτεχνία των ιδεών , της κριτικής έρευνας, της διαμαρτυρίας, του ελέγχου, του προβληματισμού…Είναι αποτύπωση της εποχής και των αντίρροπων δυνάμεων που κάθε φορά την εκφράζουν και μάλιστα σε ένα συγκεκριμένο τόπο που δρά και παρατηρεί ο λογοτέχνης και ανάλογα με τη θέση που έχει στην κοινωνία.
Ο Στρατής Τσίρκας αρνήθηκε να γράψει 4ο τόμο στην Τριλογία του, γιατί –γράφει- «σκόνταφτα σε ένα μεγάλο εμπόδιο, ανυπέρβλητο. Δεν είχα βιώματα από την Ελλάδα στα χρόνια του εμφυλίου. Να τα επινοήσω από διηγήσεις, από διαβάσματα; μέσα μου κάτι αντιστεκόταν: θα ήταν σαν να έκανα μια πλαστογραφία, μια αξιόποινο πράξη» . Δεν ξέρω αν συμφωνώ σε αυτό το σημείο με τον Τσίρκα. Ίσως βρίσκω τη θέση υπερβολική. Αλλά σίγουρα δεν θεωρώ ρεαλισμό την ταύτιση με την κρατούσα άποψη, την αποδοχή της εύκολης λύσης…
Σε αυτή τη λογική θα επιθυμούσα οι λογοτέχνες μας να σέβονται την ταυτότητά μας και να αρνούνται το συρμό. Να μην προσανατολίζονται στον ανυποψίαστο κι ευκαιριακό αναγνώστη που η ιστορία άλλωστε επισημαίνει ότι δεν έχει διάρκεια…
Είναι θέμα χειρισμού και επιλογών το «αν θα προσανατολίσουμε το μέλλον του πολιτισμού προς μια καλύτερη κοινωνία ή προς τη βαρβαρότητα» κατά πως ισχυρίζονται κι οι σύγχρονοι φιλόσοφοι.

Θα ήθελα τώρα όλα αυτά να σας τα δείξω με ένα παράδειγμα:

Θα σας μιλήσω για την Μυθιστορηματική Τριλογία του Στρατή Τσίρκα, η οποία με το γενικό τίτλο Ακυβέρνητες πολιτείες περιλαμβάνει- όπως πολλοί γνωρίζετε – τη Λέσχη, την Αριάγνη και τη Νυχτερίδα και κατά βάση διαδραματίζεται στην Ιερουσαλήμ, το Κάιρο και την Αλεξάνδρεια, αν και δεν λείπουν οι αναφορές, σύντομες ή εκτενείς, για άλλες πόλεις κι άλλες χώρες..
Έτσι, στο έργο κινούνται αλλοπρόσαλλα πρόσωπα, ιδέες, ενώ εκπροσωπούνται «διάφορες πανσπερμίες και ποικίλες ιδεολογίες από άτομα που καταθέτουν ο καθένας τη δική του άποψη, από το δικό του πρίσμα, συνειδητά, με ιδιοτέλεια και κατ’ επάγγελμα, όπως οι πράκτορες μυστικών υπηρεσιών, ή ασυνείδητα , όπως οι χαμένοι κι οι σπρωγμένοι από τα πράγματα. Υπάρχουν όλοι εκεί: κάθε καρυδιάς καρύδι» . Επιπλέον , ο κεντρικός ήρωας που και στους τρεις τόμους κατά βάση είναι ο ίδιος, είχε την εμφάνιση και τη συμπεριφορά ευαίσθητου διανοούμενου, με παιδεία αντλημένη από τον αγγλοσαξωνικό χώρο και καλή αφομοίωση της νεωτερικής λογοτεχνίας.
Είναι λοιπόν ένα κείμενο διαπνεόμενο από κοσμοπολιτισμό , στο οποίο παρότι δίνεται –κατά τον Καβάφη- η μικρογραφία του κόσμου, «εμμένει εθνικά» παρουσιάζοντας τη διαφορετικότητα των λαών που κινούνται στο ίδιο περιβάλλον κουβαλώντας όμως μέσα τους την ιδιαίτερη κουλτούρα τους , τα εθνικά τους στοιχεία, έως και τις συμπεριφορές: αλλιώς ο Ελβετός, αλλιώς ο Έλληνας- Ευρωπαίος, αλλιώς ο Ανατολίτης Εβραίος, αλλιώς ο ανατολίτης –Τούρκος, αλλιώς ο Αιγύπτιος του Καίρου, αλλιώς ο Αιγύπτιος της Αλεξάνδρειας.

Είμεθα ένα κράμα εδώ. Σύροι, Γραικοί, Αρμένιοι, Μήδοι,
γράφει για την πανσιόν στη Λέσχη κι είναι αλήθεια, γιατί εκεί βρίσκονται όλοι μαζί, αλλά ο καθένας προσέρχεται με την παιδεία και τις αρχές του, οι οποίες και τον καθορίζουν. Το μυθιστορηματικό υλικό αντλείται από τα βιώματα του συγγραφέα, δεδομένου ότι και ο ίδιος είχε και τον αέρα και τις εμπειρίες του κοσμοπολίτη. Γεννημένος στην Αίγυπτο, μεγαλωμένος στην Αλεξάνδρεια, συνδέθηκε από νωρίς με τα διεθνή πνευματικά γεγονότα, όπως βέβαια και με τα πολιτικά στην εποχική συγκυρία που έζησε και κατά κύριο λόγο έδρασε. «Η Αριάγνη , αλλά και η Λέσχη και η Νυχτερίδα είναι η θεατρική σκηνή για τα ιστορικά και τα πολιτιστικά δρώμενα της εποχής» , αλλά μέσα από όλο αυτό ο Τσίρκας είναι κατά κύριο λόγο συγγραφέας «παγκόσμιος» χωρίς να είναι και -χωρίς διόλου να ενδιαφέρεται να είναι- παγκοσμιοποιημένος. Σημαία του , όπως και αιτία της συγγραφικής δράσης η καταγραφή της διαφορετικότητας. «Η εύστοχη μάλιστα χρήση μιας νεωτερικής γραφής πρόσφερε στο έργο μια αμφισημία που ανταποκρίνεται στη ρευστότητα της εποχής, στις αβεβαιότητες της, στην αστάθεια των χαρακτήρων….» Το σημαντικό όμως -επισημαίνει ο Αργυρίου- είναι ότι «έδρασε για τους μεταπολεμικούς Έλληνες πεζογράφους ως σημείο αναφοράς καθώς πρότεινε μια ανανεωτική γραφή σύμφωνα με την οποία «η μορφή παράγει νόημα». «Αλλιώς τα σημαινόμενα καταντούν γυμνασιακές εκθέσεις που ικανοποιούν αδαείς δασκάλους και αμύητους αναγνώστες που διαβάζουν πηδώντας σελίδες».

Πέρα όμως από τη θεματολογία και τη μορφή αξίζει να «σκύψουμε» με προσοχή και στην ίδια τη γλώσσα. Ο συγγραφέας όχι μόνο δεν ένοιωσε την ανάγκη να απεγκλωβιστεί από τα εθνικά σύνορα μιας μικρής χώρας, και προκειμένου να αυξήσει την αναγνωσιμότητά του να γράψει σε πλατιά ομιλούμενη γλώσσα, αλλά υπηρέτησε αυτή τη γλώσσα της μικρής κοινότητας με μεγάλο σεβασμό, πηγαίνοντάς την παραπέρα, κάνοντάς την υποδειγματική όχι μόνο για αναγνώστες αλλά και για τους επίδοξους ομοτέχνους του. Χρησιμοποίησε τόσο τη θεματολογία όσο και τη μορφή για να αναδείξει αξίες και πρότυπα ταιριαστά στον κάθε λαό.
Πόσο χαιρόμαστε τη γλώσσα όταν διαβάζουμε στη Νυχτερίδα:
«Η γη στο Δέλτα στραφτάλιζε κάτω από το φεγγάρι. Μαύρη σιλουέτα σε φόντο ασημί. Μια γκαμούζα σκυμένη πίνει από το κανάλι. Δεντροστοιχίες από ευκάλυπτους και πιο κάτω άλλες με συκομουριές. .. Τόπος προσευχής, αλώνι ή τάφος; ανθρωποι δεν φαίνονται, τα χωριά λουφάζουν σκοτεινά και δίχως κίνηση . μόνο οι χουρμαδιές, λυγερές κι ολομόναχες, ξεπετάγονται μέσ’ από τα λασπόσπιτα και σαλεύουν ψηλά το σπαθωτό τους φύλλωμα Σα λοφίο θυμωμένου τσαλαπετεινού.»
Κι όλα αυτά συνέβαιναν στο Νταμανχούρ, και πουθενά αλλού στον κόσμο. Είναι δε, τόσο ζωντανά δοσμένα που δεν έχεις καμιά αμφιβολία για το ότι μόλις βρεθείς εκεί θα τα συναντήσεις, θα πιάσεις τον εαυτό σου να τα αναζητάς.. Μέσα από τη γραφή του Τσίρκα είχες την ευκαιρία να διαβείς σοκάκια, να γνωρίσεις μια πόλη που αλλιώς θα χρειαζόταν «μήνες, πολλές μέρες αδειανές…να παίρνω δρόμους που δεν ξέρω που βγάζουνε, να κάνω ανακαλύψεις, μια εσωτερική αυλή, με μπλε μαλτεζόπλακες, τα σχέδια μιας ξεγοφιασμένης καγκελόπορτας, ένα μικρό τζάμι με κίτρινες και τριανταφυλλιές ραβδώσεις σαν ποδοσφαιρική φανελίτσα και πλάι του ένα δέντρο με γυαλιστερό κορμό και φύλλωμα γεμάτο δεκοχτούρες.»[σ. 14]
Το ομολογεί και ο Χατζίνης: «αυτό που μου πρόσφερε η Νυχτερίδα, είναι ότι είδα την Αλεξάνδρεια, όχι βεβαίως όπως τη γνώρισα, αφού ο καθένας πλάθει το όραμα μιας πολιτείας σύμφωνα με τα δικά του μέτρα ,αλλά στις χαρακτηριστικές της εκείνες στιγμές που σε όλους είναι κοινές και που αρκεί μια απλή υπόμνησή τους για να ξυπνήσει τις δικές μας μνήμες. Ένα τοπίο , μια πολιτεία δεν είναι για μας ένα σύνολο δρόμων και οικοδομών ,αλλά προσωπικών αντιδράσεων που δίνουν στα εξωτερικά φαινόμενα ένα ιδιαίτερο χρώμα. Ο Στρατής Τσίρκας είναι ένας αληθινός δεξιοτέχνης του υπαινιγμού, για να μπορεί να ανακαλεί αυτούσιες αυτές τις προσωπικές μας μνήμες» , ή να δημιουργεί άλλες, ζεσταίνοντας τις αισθήσεις μας, σαν εκείνες στη Χαμένη Άνοιξη για την Αθήνα που μεθώντας ο ίδιος από την ευδαιμονία της παλινόστησης, έχανε κάπου την έννοια του μέτρου. « Τι τα θές! Στιγμές θαρρώ πως ζω στη Βαγδάτη, πώς είμαι ο Χαρούν ελ Ρασίντ, και τριγυρνώ τη νύχτα στις γειτονιές, πού όργωνα τους δρόμους είκοσι δυο χρονώ παλικάρι, πότε ξυστά στους τοίχους και πότε με βροντερά τακούνια όλος αυτοπεποίθηση, στα Πετράλωνα, το Αιγάλεω, την Κολοκυνθού, του Φιλοπάππου, το Παγκράτι, τ’ Αναφιώτικα, τα Κουπόνια… Αθήνα, η πιο ανοιχτή πόλη του κόσμου! Πόση βόλτα χρειάστηκε να κάνω για να σ’ ανακαλύψω κι εσύ να βρίσκεσαι μέσα στα πόδια μου: Μασσαλία, Παρίσι, Πράγα, Βουδαπέστη, Γράμμος. Κι ύστερα Μπούλκες, Σόφια, Μόσχα, Τασκένδη…»
Η διαχρονικότητα βεβαίως του Τσίρκα είναι άμεσα σχετιζόμενη με τη λογοτεχνική αξία των κειμένων του, με το ότι δεν αναμάσησε τα ίδια, αλλά και είχε κάτι να πει και το είπε με μαεστρία μοναδική «ακολουθώντας πιο φιλόδοξες λογοτεχνικές δομές, [φτάνοντας τελικά] στην πληρότητα ενός έργου που αποτελεί σταθμό.»
Ενός έργου, που την παγκοσμιοποίηση δεν την αναζήτησε στη μορφή ή τα εξωτερικά στοιχεία του. Την έκανε πράξη στον εσωτερικό του λόγο, πλουτίζοντάς την με μια γλώσσα υψηλής αισθητικής ποιότητας:
« Δωμάτια μεγάλα κι αψηλοτάβανα…παντού βιβλιοθήκες με γαλλικές κι εγγλέζικες εκδόσεις. Γκραβούρες με σκυλιά του κυνηγιού και άλογα μια μικρή ακουαρέλα της Μαρί Λωρανσέν, ένα λάδι του Καλμούχου από την εξπρεσιονιστική του περίοδο. Ζούσε ολομόναχος, συντροφιά με τις πίπες του και τα λογιώ χαρμάνια που κατασκεύαζε από εγγλέζικα καπνά, ολλανδικά, αμερικάνικα πολύ μελωμένα, πούρα χαβάνας ψιλοκομμένα και τα λοιπά…Ήταν μελαχρινός, με καλά ξουρισμένο πρόσωπο, ντυμένος ακριβά και διακριτικά. Κοντολογίς εγγλεζόφερνε….»
Kαι βεβαίως μεταφράστηκε. Δεν στάθηκε εμπόδιο η γλώσσα γι’ αυτό. Όπως δεν στέκεται εμπόδιο για να διαβάσουμε και να χαρούμε στα Ελληνικά και Μαρκές, εμπλεκόμενοι με ονόματα αξεπέραστων γλωσσοδετών που αναδύουν μυρωδιές καυτού καλοκαιριού , άγνωστης αύρας. Αυτό μας έλκει, εκεί ζητούμε να ταξιδέψουμε. Από την άποψη αυτή ο λογοτέχνης είναι ο πιο αξιόπιστος πρέσβης της χώρας του στις α-συνοριακές ερήμους της νέας εποχής. Να βγει εκεί –ιδιαίτερα και πολύ περισσότερο τώρα- με τη δική του αλήθεια, να μιλήσει για τα δικά του βιωμένα πράγματα, να αρνηθεί την υιοθέτηση της ισοπεδωτικής μαζικής κουλτούρας. Να στοχεύσει στην ψυχή του άλλου και να στήσει στη συνέχεια αυτί να ακούσει κι εκείνου το τραγούδι.
Εδώ νομίζω πως πρέπει να τελειώσω και ζητώ συγγνώμη αν σας κούρασα.

Σας ευχαριστώ πολύ που με ακούσατε,
αλλά θα με ευχαριστούσε περισσότερο,
αν τώρα ξεκίναγε μετάξύ μας μια συζήτηση…

Ποιος θα ήθελε να πει κάτι;

<!--adsense-->