Χαρά Κοσεγιάν

Φιλόλογος, διδάκτωρ Πανεπιστημίου Αθηνών και λογοτέχνης.
Subscribe

Στην έρημο του Ισπαχάν. Καρπάθικη Τσαμπούνα. Στο Μανόλη. Δημοσιεύτηκε στο περ. Δίφωνο, τ. 110, 2004.

October 18, 2007 By: admin Category: Λογοτεχνικές σελίδες

Δεν το’ χω συνήθειο να γράφω αληθινές ιστορίες, ούτε και να γράφω στο χαρτί. Τα τελευταία χρόνια μπροστά στον υπολογιστή σπαταλώ τις ώρες μου. Κι ας το’ βρισκα ψυχρό παλαιότερα. Αρκεί να καθόμουν και βυθιζόμουν στο γκρίζο, πιστεύοντας πως εκεί πίσω βρίσκονται όλες του κόσμου οι ιδέες , αρκεί να κοιτάξω προς τη σωστή πλευρά. Βυθιζόμουν κι έψαχνα. Απόψε όμως έπιασα πάλι το χαρτί. Η πρώτη ασυνέπεια. Για να γράψω αληθινή ιστορία: η δεύτερη. Έπιασε ζέστη, ο ήλιος έκαιγε τις προηγούμενες μέρες ,μετά από ένα χειμώνα κουραστικό, όπως όλοι, που μόλις αισθάνεσαι την υγρασία και το κρύο να τραβιούνται, θέλεις , γυμνοσάλιαγκας να βγεις στο φως, να ρουφήξεις τις ακτίνες του και να μη νοιάζεσαι για τίποτα: έναν καφέ στον ήλιο… Η παλιά πόλη της Ρόδου , στην αρχή και το τέλος της σαιζόν είναι στην πιο καλή της ώρα. Πριν πλακώσουν οι ορδές αχαλίνωτες και κουράσουν, όταν ακόμα δεν έχει στεγνώσει η ώχρα, και το βλέμμα των καταστηματαρχών σε γλείφει διψασμένο, η βόλτα στη Σωκράτους είναι πρόκληση. Βγήκαμε με το Μανόλη από τη Βιβλιοθήκη και τραβήξαμε για καφέ στο Καρπάθικο. Δεν μπορούσα να φανταστώ ευτυχέστερη συγκυρία. Αυτός ο άνθρωπος είναι η καλοσύνη του κόσμου. Γλυκύτατος, ευγενικός, με μια αγάπη για την πατρίδα του σπάνια, μακριά από κάθε ιδιοτέλεια και προσωπική προβολή. Αλλά το πιο ξεχωριστό είναι ο τρόπος που διηγείται τις ιστορίες. «Το ξέρετε αυτό με το Ισπαχάν;» «Δεν εννοείς το ρόδο, βέβαια..;» η ατάκα έτοιμη.

«Πρέπει να’ ταν πριν από τον πρώτο Μεγάλο πόλεμο, στην Ανατολή. Οι δυνάμεις είχαν και τότε μοιράσει τον κόσμο σε σφαίρες επιρροής και διεκδικούσαν την πίτα σαν να παίζανε σε δικό τους γήπεδο. Δεκάδες χώρες αποικίες τους. Άλλες τις πάταγαν και τις μόλυναν ολόκληρες , σ’ άλλες έχωναν το χέρι τους βαθιά στην τσέπη κι όπου έφτανε. Γερμανοί είχαν ξεκινήσει τον υπεριρανικό σιδηρόδρομο για να συνδέσουν Κασπία με Περσικό , τη Νικομήδεια με τη Βαγδάτη, και δεξιά κι αριστερά , όσο έφταναν, είχαν το δικαίωμα να σκάβουν κάτω από τη γη κι ό,τι έβρισκαν δικό τους.. Ανακατεύτηκαν στη συνέχεια και ιταλικές εταιρείες, χρειάζονταν χέρια. Τα Δωδεκάνησα κείνα τα χρόνια, και πριν τον πρώτο, και στο μεσοπόλεμο και στο δεύτερο παγκόσμιο, ήταν κάτω από Ιταλική κατοχή. Ο κόσμος πήγαινε όπου τους έστελναν, δεν περίσσευαν και τα λεφτά. Δεν είχε και νόημα να αρνηθείς. Οι Καρπάθιοι καλοί οικοδόμοι, πετράδες, γεννημένοι μέσα στην πέτρα, ήτανε ό,τι χρειαζόταν για τέτοιες δουλειές. Τους ζήτησαν , πήγαν. Σκορπίστηκαν σ ‘όλα τα μέρη της Ανατολής. Από πάνω ως κάτω. Κάποιοι βρέθηκαν και στο Ισπαχάν, το ρόδο της Περσίας, παλιά της πρωτεύουσα, καμάρι της. Ο Κοσμάς της Λενιώς, την ίδια περίοδο, μαζί με τον Κωσταντή του θείου του Γιώργου- έλεγε στον Καρπάθιο που είχε το μαγαζί και μας σερβίριζε καφέ στο χοντρό φλυτζάνι- αλλά και μ’ έναν άλλον Ολυμπίτη, είχανε αναλάβει να κάνουν έλεγχο σε κάποια φυλάκια. Δούλευαν στις εξορύξεις, μάλλον.

Πλούσια κοιτάσματα , μην πάνε χαμένα….» «Ναι, ρε, καλά λες, ο Κώστας του θείου του Γιώργου, είχε λείψει κάποια χρόνια στην έρημο». Βολευτήκαμε καλύτερα στις καρέκλες , ο ήλιος έπαιζε με τα φύλλα, μικρές σκιές ζωγράφιζαν τα πρόσωπά μας, ακούγαμε … «Στη μέση του πουθενά, στην έρημο του Ισπαχάν βρήκε να τους χαλάσει το τζιπ. Δεν το περιμένανε , βέβαια, αλλά δεν ήταν και σπάνιο. Δεν χρησιμοποιούσανε και την τελευταία τεχνολογία… «Κανένα πρόβλημα, τους είπε ο οδηγός. Και κουβέρτες έχουμε μαζί μας…» Τι μυστήριο κλίμα, αλήθεια! Το πρωί ζέστη, να σκάει ο τζίτζικας , να πεθαίνεις όρθιος, να στεγνώνει το λαρύγγι σου, να μην μπορείς να ανασάνεις, και τη νύχτα να θες κουβέρτα για να διπλωθείς. Αλλά δεν έφταναν για όλους οι κουβέρτες. Ο Κωσταντής πιο νέος, πιο σβέλτος, τις άφησε στους άλλους και τυλίχτηκε όπως μπόρεσε. Δυο –τρεις ώρες το μπόρεσε. Ήτανε και ψόφιος από την κούραση. Αλλά όσο προχώραγε η νύχτα δεν άντεχε άλλο. Ψοφόκριο.. Ποιος θα το πίστευε; Σηκώθηκε κι έκανε βόλτες για να ζεσταθεί. Πίσσα η νύχτα, ούτε άστρα κείνο το βράδυ, σκοτάδι παντού, στη μέση του πουθενά να κόβει βόλτες, γύρω από ένα τζιπ και κάποιους που κοιμούνται στο ίσωμα! Τους φύλαγε καλά πάντως! Ούτε σκοινί προσκοπικό να τους τύλιγε. Μακριά οι κίνδυνοι! Η ώρα περνούσε, εκείνοι κοιμόντουσαν του καλού καιρού, αυτός άρχισε να ξεμακραίνει. Τον συντρόφευαν και οι σκέψεις του , πήγαινε καλά…. Τότε ήτανε που του φάνηκε πως είδε φωτιά πέρα μακριά , σ’ ένα υψωματάκι, σαν ένα λοφίσκο άμμου μέσα στην απεραντοσύνη. Θα ’τανε οι πρόποδες του Ζάγρου, το ’ξερε πως δεν απείχανε πολύ από το Ισπαχάν, το ‘πε ο οδηγός το προηγούμενο βράδυ , η πόλη άρα θα ’ τανε από την άλλη μεριά του βουνού, αλλά, εδώ ποιοι ήτανε τώρα; Υπήρχε κι ο κίνδυνος βέβαια, τα μάτια του να κάνανε, το παθαίνουν αυτό στην έρημο, ήτανε κι η αϋπνία, τρόμαξε. Χωρίς να πει τίποτα στους άλλους, έτρεξε προς τη φωτιά, κι όσο πλησίαζε τόσο βεβαιωνότανε. Κινδύνευε όμως να χάσει την επιστροφή, σκοτάδι παντού προς τα πίσω, πριν χαθεί εντελώς, ξαναγύρισε. Ξύπνησε τότε και τους άλλους. «Υπάρχουν άνθρωποι εδώ! Είδα φωτιά! Δεν είναι μακριά. Πάμε!». Είδε κι έπαθε να τους πείσει, λίγες ώρες για ξεκούραση τους μένανε, αλλά έλα που η περιέργεια του Έλληνα κι η διάθεση για κουβέντα είναι πάντα παρούσες! Ζαλώθηκαν μερικά πράγματα, μην τ’ αφήσουνε αμανάτι στην έρημο και ξεκινήσανε. Στην αρχή τον βρίζανε, σέρνανε οι άλλοι τα πόδια τους, μα όσο πλησιάζανε τόσο σιγουρεύονταν και τάχυναν. Η έκπληξη ήρθε μετά: «Ρε, σεις, τους λέει ο Κοσμάς, ακούγεται φασαρία…Ρε, σεις, είναι μουσική…Είναι τσαμπούνα! Είναι καρπάθικη τσαμπούνα!!» Δεν πίστευαν στ’ αυτιά τους! Δεν περπάταγαν πια, τρέχανε! Πλησιάζανε και διακρίνανε καλύτερα. Ένα φυλάκιο ήτανε εκεί πάνω στο ύψωμα, από αυτά που υπήρχαν σκορπισμένα σε όλο το μήκος του υπεριρανικού, αλλά και όπου εκμεταλλεύονταν μεταλλεύματα, που τα χρειάζονταν για τροφοδοσία, ελέγχους, επικοινωνία, για να υπάρχει και τέλος πάντων και κάπου ένα σταθερό σημείο. «Η Καρπάθικη τσαμπούνα ακούγεται διαφορετικά από όλες τις άλλες. Η επεξεργασία, το δέρμα που βάζουνε, άθικτο, πεντακάθαρο, κάνει τον ήχο της ιδιαίτερο, μοναδικό. Θα την ξεχώριζα όπου κι αν χρειαζόταν, ανάμεσα σ’ όλες…», φώναξε ο Κωσταντής και το ξέρανε , ξέρανε τη λατρεία που της είχε, δεν ήταν ανάγκη να προσπαθήσει να τους πείσει.» «Μα αυτός έπαιζε ίσα που πέθανε! ,πετάχτηκε και ο καφετζής που τόση ώρα άκουγε και δεν είχε πει τίποτα. Δεν τον κράταγαν τα πόδια του, τον πηγαίνανε σηκωτό, αλλά την τσαμπούνα δεν την άφηνε από τα χέρια του , άρρωστος –ξεάρρωστος, έβηχε κι έπαιζε..» «Την έβαλε και στη διαθήκη του!», φώναξε ένας Ολυμπίτης που καθότανε σε διπλανό τραπέζι και τόση ώρα φαίνεται θα ‘χε στήσει αυτί και μεις δεν είχαμε πάρει χαμπάρι…Είχαμε γίνει μια μεγάλη παρέα, αλλά ο Μανόλης το διασκέδαζε και μεγάλωνε την ιστορία, έλεγε κι άλλες λεπτομέρειες. «Το ξέρω –συνέχισε ο ωτακουστής από δίπλα- γιατί ο πατέρας μου ήταν μάρτυρας σε κείνη τη διαθήκη και το ‘λεγε πάντα: ακούς εκεί να σκεφτεί σε ποιον θα τη δώσει! Τον είχε ρωτήσει κι εκείνος του είχε πει πως αν είναι αυτός που θα την πάρει να την βλέπει σαν ίδια, σαν μια ακόμα τσαμπούνα, τότε να λείπει το βύσσινο…καλύτερα να τη θάψει, να του τη βάλουνε μαζί του! Αλλά άκουσε το Γιάννη τον παπουτσή μια μέρα να παίζει και πήγε και βρήκε τον πατέρα μου όλο χαρά: «Βρήκα τον ικανό! Τον βρήκα!» , του είχε πει…» «Δεν χρειάστηκε να χτυπήσουν πόρτα στο φυλάκιο. Το παράπηγμα ήταν ανοιχτό. Μπροστά στο άνοιγμα μια φωτιά έκαιγε και στα κάρβουνά της ακουμπισμένη παραδίπλα μια σιδεριά , σε ρόλο ψησταριάς, έψηνε κοψίδια. Μοσκοβόλαγε ο τόπος από ώρα, μα είχαν γεμίσει τα αυτιά τους , δεν είχαν χώρο και για τα ρουθούνια τους! Σαν χώσαν το κεφάλι τους μέσα, τότε τρελάθηκαν τελείως: είδανε δυο Ολυμπίτες, τον Πάχο της Μαριώς από την πάνω γειτονιά και το Μιχαλιό το δευτεροξάδερφο της μάνας μου, ο ένας να παίζει την τσαμπούνα κι ο άλλος να χορεύει «πάνω χορό», ζωηρό , πηδηχτό με το κεφάλι ψηλά, σαν αρχαίος πυρρίχειος, σαν δοξολογιά στο Θεό!» « Μόνος του, ρε;» «Χορεύεται μόνος του , τέτοιος χορός; κεραυνοβόλησε ο Μανόλης. Είχανε κυνηγήσει αυτοί από νωρίς. Κάπου είχανε βρει μια κατσίκα μόνη της και την ξεμοναχιάσανε. Τη σφάξανε, τη γδάρανε…» « Τη φουσκώσανε; Πήρανε και το δέρμα της για τσαμπούνα;» «Δεν ξέρω. Το μόνο που ξέρω είναι ότι είχανε και κρασί. Από κει. Ντόπιο. Από χουρμάδες, από τίποτε άλλο, δεν ξέρω. Πάντως πιάσανε την κατσίκα και την κρεμάσανε ψηλά , σ’ ένα δοκάρι στο φυλάκιο, που είχανε τσιγκέλι. Από κει κόβανε απ’ τα μεριά λίγα κομμάτια κρέας και τα ψήνανε στη φωτιά κι από το ‘να πόδι που το είχανε αφήσει άθικτο, κράταγε ο Μιχάλης αντίβαρο να σέρνει το χορό. Βλέπεις το σουρεαλισμό; στη μέση του πουθενά δυο Καρπάθιοι μουρλοί , ο ένας να παίζει τσαμπούνα και ο άλλος να κρατά το πόδι μιας μισογδαρμένης κατσίκας, ένα υπόλοιπο του ζώου που κρέμεται από ψηλά, να στηρίζεται και να χορεύει…Γλέντι αληθινό με μουσική και χορό από ανθρώπους που ξέρανε πώς να διώχνουν το σεβντά…
Ήρθαν οι δικοί μας πίσω και το λέγανε και το ξαναλέγανε και δεν πίστευαν ότι το’ χανε ζήσει…» «Να, γιατί λένε πως όπου στον κόσμο κι αν γυρίσεις, Καρπάθιους θα βρεις…» «΄Ελληνες θα βρεις… Αλλά, να, γιατί δεν πρέπει να λες ποτέ «όχι» για ένα καφέ στην παλιά πόλη της Ρόδου…»